Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

H νέα τάξη!



Στη νέα τάξη θα είσαι εντάξει, όλα στη φόρα και ευθύνη καμιά
Στη νέα τάξη αρνάκια μαντρίζεις, αδιάφορα σφυρίζεις και όλα καλά
Στη νέα τάξη όλα στην πένα, σχέδιο κανένα και χαρτιά ανοιχτά

Η νέα τάξη! Και πόσο σου πάει!
Ζωή που γυρνάει, παιδί στη φωτιά

Στη νέα τάξη οι μνήμες τσουβάλια, όνειρα χάλια και άδεια γιορτή
Στη νέα τάξη τα όσπρια χύμα, βουλιάζεις στο κύμα, δε βλέπεις ζωή
Στη νέα τάξη μπορεί και να κάτσει, μα νύχτα εντάξει δεν θα ‘ναι αυτή

Η νέα τάξη! Σε μένα δεν πάει!
Ζωή σταματάει, και σβήνω φωτιά

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Νανούρισμα (στίχος για το "Παράδοση κατ' οίκον", 13-10-2014)

Μια βάρκα έχω όνειρο
με ξύλο να τη ντύσεις
καπετανέος στον καιρό
κουπί να την τυχίσεις


Κοιμήσου αηδόνι μου
και γω φιλώ την πλάτη
σα που θα βγάζεις την ψαριά
να μη σε πιάνει μάτι


Μια βάρκα ονειρεύουμαι
να την καλαρμενίζεις
να μη σε πιάνει η Νοτιά
να την αλικοντίζεις[1]


Κοιμήσου περδικάκι μου
και γω φιλώ το στήθος
που να σαι τόσο θεριακλής
να είσαι ένας μύθος


Μια βάρκα να αρματωθείς
κι αν ο καιρός φρεσκάρει[2]
τη δύναμη σου κοίταγε
να μην στην ετουμπάρει


Καλικατσούνε[3], ύπνε μου
και γω μαλλί χαϊδεύω
τη χαίτη άφησε μακριά
στεριά να τη χαζεύω

Αν είναι και τρικάταρτη
γαλιόνι[4] μη  πιστέψεις
όποιον ακούσεις να στο πει
πολέμους θα γυρέψεις


Κοιμήσου μικρέ αητέ
και γω φιλώ τα χέρια
γιατρός ποτέ να μη στα δει
και συ ποτέ νυστέρια


Μια βάρκα έχω όνειρο
ας ειν’ και μονοξύλι[5]
ας έχει μόνο ένα κουπί
ας έχει και μαντήλι

Κοιμήσου πελαγόμορφε

και γω φιλώ το σώμα
φουρτούνες, μη καλέ μου, να μη βρει
να μην πατάει στο χώμα

Βαρκάρης έστω μη γενείς
κολούθα τη φωνή σου
εσύ, μονάχος, καπετάνευε
την όμορφη ζωή σου


Κοιμήσου τώρα στην αυγή,
αυγή να μη παντήσεις[6]
μόνο αδιέξοδα θα βρεις
και ούτε απαντήσεις


[1] κρατάω, συλλαμβάνω (από το τούρκικο alıkomak)
[2] δυναμώνει
[3] Καλικατσούνα στην Ικαρία - Ερωδιός
[4] Τρικάταρτο ισπανικό πολεμικό πλοίο
[5] Μονόξυλη – πολύ μικρή βάρκα
[6] Παντήσεις - συναντήσεις

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Το βήτα



Το χώμα κοίταξε μετά. Και σκέφτηκε αυτά που του μάθανε οι δασκάλοι του: Χαλαρό εδαφικό προϊόν, αλλούβιο καλό, του είπανε οι Γεωλόγοι. Αβιοτική μάζα προς μελέτη της σύστασής του, οι Γεωχημικοί. Ένας ολοζώντανος οργανισμός, υψηλής σύστασης θρεπτικών συστατικών, για να αναπτύξει κάθε νέο οργανισμό και να ριζώσει, είπανε οι Γεωπόνοι.

Και οι καντηλανάφτες, οι πιο ωραίοι δάσκαλοι στην πιο καλή σπουδή, για χώμα λογίζουνε  αυτό που παίρνεις, αυτό που ελπίζεις το μετά, το πιο γλυκό βιολί που παίζει.

Καμπούριασε, τόσες ορμήνιες για ένα απλό πράγμα, τόσες αλήθειες· μα πού είναι η αλήθεια. Και η βαρύτητα; Πού σταματά αυτή, λογίζεται, στο χώμα ρε δε σταματά; Τόσες πολυκατοικίες, τόσα πέτρινα γιοφύρια, στο χώμα δε θεμελιώθηκαν; Και αυτός, που κυλίστηκε; Και εκείνα τα γιατί;

Ανέβασε το πρόσωπο ψηλά, είχε πελάτες εξάλλου στη ζωή του. Κι από τα βάθη της ψυχής ανέβηκε στου νου τα ύψη, κοίταξε ψηλά, άνοιξε τη χούφτα του και άδειασε το χώμα που τον βάρυνε, τι ειρωνεία σκύλε, λιγότερη βαρύτητα, μα αν τ’ αφήσεις κάτω, το χώμα σε βαραίνει.

Ήθελε να ξαναδοκιμάσει, να το βάλει στο στόμα του, αλλά θυμήθηκε το παρελθόν.

Χώμα έφαγε  μικρός, αλμυρό τ’ άκουσε, κρατσινούσε στα δόντια του. Το έφτυσε αλλά το αισθανόταν ώρες. Μετά χώμα δεν θέλησε ξανά να φάει.

Το έφαγε όμως πάλι πιο μεγάλος. Και τώρα σκέφτεται εκείνα τα ‘βαριέμαι’ π’ άκουσε, χωρίς να τα ακούσει, ότι φοβόταν να το φάει, το είπε όμως στον καιρό του και ήταν καθαρός.


Ένα τραγούδι δεν ξέρει πώς θα πει ακόμα. Μα ο άλλος  το χώμα θα κοιτά, χωρίς να αντέχει να το δει.


Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Ένας χωρισμός


Το δάκρυ πληρωμένο δυο αβγά και τρεις δραχμές

(Η φωτογραφία και το editing της εικόνας από τη φίλη μου Αθηνούλα Πρασσά για το paraxrantos.blogspot.com. Τη ζήτησα ενάμιση χρόνο πριν, την έφτιαξε και την έστειλε μέσα σε μια ώρα και από τότε μέχρι σήμερα βασανίζει ένα προβληματικό και γεμάτο στα κόμπλεξ σκληρό δίσκο. Αθηνά ευχαριστώ.) 


Έτσι είν’ η ζωή μάγκα μου, ωμή κι ανάλατη. Μούστος που πιώθηκε πριν καν να βράσει. Τσουβάλι που το κουβαλάς στην πλάτη, χιλιόμετρα, χωρίς να σου πουν το δρόμο. Σάπιο κρέας του Αυγούστου που το μπάζει μύγα. Τα φανάρια της Πανεπιστημίου ξημερώματα, συγχρονισμένα· και πάντα μαζί για το κόκκινο. Η λεμονιά του παππού, χρόνια παρατημένη, με λίγη σβουνιά και σκάλισμα καρπίζει πιο δυνατά από πριν. Οι ανάσες μας στα άδεια πακέτα των διαμερισμάτων, οι ανάσες των γειτόνων που ποτέ δε γνώρισες· και η ανάσα σου όλα αυτά τα βράδια. Η μάχη που δίνει η οργανική με την ανόργανη ύλη. Η κοινωνική φοβία. Η ομοφοφία. Ο ρατσισμός. Η εντροπία στις αποφάσεις.

Μα πώς μου επιτρέπεις να μιλάω για ζωή; Σαν πώς την ξέρω; Πώς μου δίνεις τον αέρα και μιλάω γι’ αυτήν, για το εγώ, για τα ταξίδια που έκαμα μέσα σε μια βδομάδα. Θαρρείς είναι κάτι που μου αξίζει; Δεν είναι και το ξέρω. Και το ξέρεις.

Εγώ, ανασφαλής και πλέον ασχημότερος των συναισθημάτων μου, πουτάνα της κοινωνίας, φοβικός, θέλω να λέω τον εαυτό μου άνθρωπο. Αθανασία γνωρίζω, μόνο αυτή. Για αυτήν με μεγάλωσαν κι ας μην υπάρχει. Αυτή, την ήσυχη, την ήρεμη, την χωρίς αποφάσεις και συναισθήματα συνεχίζω να περπατώ.

Συγγνώμη. Δεν είμαι άξιος για ζωή.



They say its the last song
They dont know us, you see
Its only the last song
If we let it be”
(Dancer in the dark)

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Τ’ αντιστρόφως παράχραντα




…και αφού εξασφάλισες την πληροφορία σου για μένα, με κάνεις πέρα. Δεν ήμουνα ποτέ, είπες έκτοτε, εκείνο που χρειάστηκες. Έτσι απλά. Χωρίς καν να σκεφτείς ότι υπήρξα και πριν τις ανασφάλειές μου. Ας είναι…

Φοβάμαι τον κόσμο αριστερά της σκάλας του Μετρό που ανεβαίνει τρέχοντας.
Φοβάμαι και αυτούς στα δεξιά που περιμένουν τη σειρά τους

Φοβάμαι την επανάσταση και την ανομία. Φοβάμαι το ξενέρωμα
γι’ αυτό φοβάμαι να ερωτευτώ

Φοβάμαι τη μετανάστευση της σκέψης μου
γι’ αυτό φοβάμαι τον πλησίον. Και το κήδος

Φοβάμαι τις αλλαγές. Φοβάμαι να αλλάξω ο ίδιος. Την ενηλικίωση
Την αυλή του σπιτιού μου και την αρτάνα που βλέπει στον Ίκαρη

Φοβάμαι για τον όρκο που έδωσα περνώντας το Σεπτό Τέμενος των Μουσών.
Κι άλλον έναν που θα δώσω
νιώθω πως δεν θ’ ανταποκριθώ

Φοβάμαι τις Θερμοπύλες που θα με βάλουν να φυλάξω
Φοβάμαι τ’ ανδρείκελα

Φοβάμαι την παράνοια και το καθωσπρέπει
Φοβάμαι μην ποτέ χάσω το πίσω κυκλικό βήμα στον καριώτικο
γι’ αυτό φοβάμαι να κοιτάω ψηλά

Φοβάμαι τα χρώματα· πιο πολύ το άσπρο
γι’ αυτό φοβάμαι την άνοιξη

Την οικογένεια και τη φυλακή των θεσμών.
Ακόμη και τον καθρέφτη μου. Το κατ’ εικόνα
Και τη μέρα που δε θα μπορώ να ξανακοιταχτώ


Και δε φοβάμαι περισσότερο την κοινωνία που με γέννησε

(ευχαριστώ τη φίλη μου Χρύσα για την απόκρισή της στην ευγενική παραχώρηση της φωτογραφίας)


Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Το Άλφα



Η δισυπόστατη μάχη της σταύρωσης και η Μαθηματική Αρχή


…σπρώχνει την πόρτα να κλείσει. Ήτανε από κείνες τις παλιές, τις ξύλινες πόρτες που τα κουφώματά της, καθότι ψηλοτάβανα, θαρρούσες κοιτάγαν το Θεό. Η συμμετρία της κατασκευής της κόντευε να τον τρελάνει. Απεχθανόταν τη συμμετρία. Τη συμμετρία των πραγμάτων γενικά. Πρώτον γιατί λάτρευε την εποχή του Περικλή και δεύτερον και βασικότατο γιατί δεν ήθελε σε καμιά στάση της ζωής του και σε απόφασή του να βρίσκεται στο κέντρο, κοιτάζοντας, σαν τώρα με την πόρτα, μια με το δεξί και μια με το αριστερό μάτι την ίδια αλήθεια.

Η πόρτα έγειρε σχεδόν όλη μα δεν έκλεισε ποτέ. Έμεινε ένα αχνό κομμάτι φωτός από την κάθετη χαραμάδα της. Ο ίδιος, επιστρατεύοντας το αποτελεσματικότερο για κείνον όπλο για τον πανικό του, τον θεατρικό οριζόντιο άξονα, στάθηκε να κοιτά το φως για ώρες, συνομιλώντας με τη μοναξιά του και αναμένοντας φως εκ φωτός την επιστροφή

Γιατί μ’ εγκαταλείπεις; Γιατί γαμιέσαι έτσι;

Για πάντα πίστευα ότι το άλφα στην κοινή μήτρα του μυαλού μας ήθελε να μας αθροίσει. Όχι να σε στερήσει.

αυτά είπε, κι αφού καμπούριασε τους επί ώρες ορθωμένους ώμους έκλεισε την πόρτα. Νομίζοντας ο αφελής, ότι ο αδελφός έφυγε για πάντα και ότι αυτό ήταν για καλό



[ευχαριστώ το φίλο Δημήτρη Καραμπίκα για τη φωτογραφία που μου έδωσε, μόνο να μάθει ορθογραφία http://dkarabikas.wordpress.com/]






Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

Σου χει η τύχη!


Σού χει τύχει να μετράς μόνος τα κύματα;
Σου χει τύχει να βυθίζεσαι στο πέλαγο μετά;
Σου χει τύχει μεγάλη φουρτούνα; Να οδηγάς και το καράβι;
Σου χει τύχει να βρωμάς;

Σου τύχει να ακούς τρομπέτες και να βγάζει αίμα το αφτί σου;

Σου χει τύχει να βλαστημάς το Θεό που δεν πιστεύεις;
Σου χει τύχει φυλακή;
Σου χει τύχει να αφαιρείς και να προσθέτεις;  Αποτέλεσμα έπειτα να μη μπορείς να βρεις;
Σου χει τύχει απελπισία;

Σου χει τύχει να βαράς εξήντα συλλογισμούς και ούτε ένας να επαληθεύεται;
Να βαράς εξήντα μαλακίες;

Σου χει τύχει γέλιο μέρα που είναι για να κλαίς; Πονοκέφαλος;
Σου χει τύχει γάμος, βάφτιση, κλειδοκύμβαλο αλαλάζων, εγκαίνια και μια κηδεία την ίδια ώρα;
Σου χει τύχει θάνατος; Όχι;
Όχι;

Σου χει τύχει να καθαρίζεις και να τηγανίζεις πατάτες ενώ κοιμάσαι;
Σου τυχαίνει άραγε να μην τρως πατάτες; Ή στο καθισιό να φας ενάμισι τσουβάλι;
Την άλλη μέρα να υπολογίζεις βροχομετρικά και να σχεδιάζεις ισοϋψείς για άλλους;
Η τελευταία σου ελπίδα έγιναν ποτέ τα τυχερά παιχνίδια;

Σου έτυχε για ένα μήνα να μην έχεις λεφτά για  εισιτήριο στο Μετρό;
Μετά σε είπαν κλέφτη και καταστροφέα των αστικών συγκοινωνιών;

Σου έτυχε ποτές να βασιλεύεις με το Crypton-X;
Να ξυπνήσεις μια μέρα και να μην είναι δικό σου για κανένα λόγο;
Σου έτυχε να περάσει το μολυβί accent να ξανοίγει την ακατάλληλη στιγμή; Αμαρτία γονέα;

Σου χει η τύχη να κοιτάς το αρσενικό και το θηλυκό με τον ίδιο τρόπο;
Σου χει τύχει να θες να σκοτώσεις άνθρωπο;  Αν όχι, να θες να δημιουργήσεις άνθρωπο και να μην μπορείς;

Σου τυχαίνει να λες πως σταματάς κάτι και να ξαναξεκινάς ταυτόχρονα;
Να λες πως ξεκινάς και στο τέλος να είσαι ακόμα εκεί που σταμάτησες;

Σου χει τύχει τα προβλήματα των άλλων να τα βλέπεις σταγονίτσες;
Τα δικά σου πάλι να πνιγείς στα κύματα που μέτρησες;

Κάτσε βρώμο, βουδέ, σάπιε και μέτρα κυματάκια.

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Αυτός που λέει ΝΑΙ και αυτός που λέει ΌΧΙ (Το τέλος)


Το βασικό είναι να μάθει κανείς πότε να συμφωνεί
γιατί συχνά λέει κάποιος ναι χωρίς στ’ αλήθεια να συμφωνεί.
Πολλοί ούτε καν ρωτιούνται και πολλοί συμφωνούν με το λαθεμένο.
Το λοιπόν, το βασικό είναι να μάθει κανείς πότε να συμφωνεί.
(Μπ. Μπρέχτ, ‘Αυτός που λέει ναι και αυτός που λέει όχι’)


Έχω να σου πω μια ιστορία αλλά είναι μεγάλη και βαριέμαι τώρα…

Καταρχήν με λένε Νίκο και κομμένες οι παλιμπαιδισμένες μαλακίες. Ρωτήστε με ό,τι θέλετε, και για πράματα που ποτέ δεν απάντησα, ό,τι σας κατέβει στο μυαλό. Θα απαντήσω κατευθείαν με το χέρι της αλήθειας με φόβο και με πάθος. Όχι, δεν είμαι ευάλωτος αυτόν τον καιρό, είμαι μόνο απελπισμένος.

Έχω να σου πω μια ιστορία αλλά είναι μεγάλη…

Το ιστολόγιο αυτό φτιάχτηκε για ένα και μόνο σκοπό. Το έφτιαξα σε ένα βράδυ αμετροεπούς υστεροφημίας, γνωρίζοντας το βραχύ μέλλον μου, με την ελπίδα να κουβαλήσω την παλιά ζωή, τις χαμένες μου αγάπες, τους παλιούς μου φίλους, τα κοπρόσκυλα και τις εν βούρκω κυλιόμενες αδειανές πουκαμίσες που με τριγυρίζαν. Τρεφόμουν από τη ζωή και μεθούσα από τον επαρχιώτικο τρόπο της. Απόλαυσα τη χάρη και των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων. Αποκοιμήθηκα  γράφοντας κάτω απ’ τα κόκκινα φανάρια. Μερικές από αυτές, είτε το είπα είτε όχι, ανήκουν σε σας που με διαβάζατε, τους δύο τρεις φίλους. Ψάχτε καλύτερα και δείτε.

Έχω να σου πω μια ιστορία…

Γυρίζω από το σπίτι που ξενοίκιασα πριν δύο μέρες στην πόλη της ζωής μου. Την ιστορία του την ξεχνάω σαν εκείνης του Πολυτεχνείου Πάτρας, που ποτέ, και για κανένα λόγο δεν μίλησα. Και πρέπει σύντομα να ξεριζώσω τον κισσό και κάθε φύλλο απ την καρδιά μου σαν τον ρόλο του Ζαν από την ‘πείνα και τη δίψα’.
Τα έπιπλά μου ήταν η πρώτη φορά που τα αντίκρισα και δεν μου ‘λέγαν τίποτα. Τίποτα. Καμία χρηστική αξία. Ούτε το πολυμορφικό πλυντήριο, ούτε τα  ψαγμένα φωτιστικά, ούτε οι μεγάλες συστάδες των βιβλίων μου που ορθώνονταν στη βιβλιοθήκη πίσω ακριβώς από την πόρτα του σαλονιού, θέση που μόνο εγώ μπορούσα να αγαπήσω και όλοι με φωνάζανε παράλογο.

Έχω να σου πω…

Όλα τα έδωσα ή πήγαν στην ανακύκλωση. Τα ρούχα μου στους Βούλγαρους. Τα έπιπλά μου, εκτός της βιβλιοθήκης και του φούρνου που τα πήρε μια ξαδέρφη μου, πήγανε μαζί με τα βιβλία μου σε ένα νέο ζευγάρι στην Αιτωλοακαρνανία που ξεκινάει τη ζωή του. Τα μικροδιακοσμιτικά και ένα φωτιστικό σε ένα φίλο μου στην Καλλιθέα. Τον κουμπαρά δεν κρατήθηκα και τον έσπασα. Τα υπόλοιπα σκουπίδια.
Μαζί μου πήρα μια ταμπακιέρα δώρο, ένα παλίο Πάσο, θεός ξέρει ποιού έτους, τα κάδρα των παραστάσεων μου, και ένα ξεχασμένο όρντινο χειμερινής περιόδου της Έντας Γκάμπλερ σε σκηνοθεσία Β.Νικολαΐδη.

Έχω…

Πιστεύω πως τώρα, τώρα που τράβηξα την τελευταία εξαναγκασμένη μαλακία στο μπάνιο του, στο ίδιο ακριβώς σημείο που αυνανίστηκα ερχόμενος σε αυτό το σπίτι, ο κύκλος εδώ ολοκληρώνεται. Θα ξαναπάω στα ίδια μέρη και ευελπιστώ επισκέπτης.
Αυτή η δημοσίευση ίσως είναι η τελευταία από μένα. Τουλάχιστον τώρα έτσι το νιώθω. Είναι επίσης το μοναδικό κείμενο που το εμφανίζω χωρίς ούτε μια διόρθωση και χωρίς να το κοιτάξω έστω μια φορά.


Έχω να σου πω μια ιστορία αλλά είναι μεγάλη και βαριέμαι τώρα…

Με λένε Νίκο και κομμένες οι μαλακίες. Έχω πάνω μου δώδεκα ευρώ, επισήμως μέχρι το Πάσχα – ανεπισήμως μέχρι να με χαρτζιλικώσουν πάλι, μα νιώθω ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου. Πέρισσότερο και από τα 900 ευρώ δουλειάς που πρόσφατα παράτησα.




Και όλα (ασυνάρτητα και ασύνδετα όπως παλιά) σβήνουν σαν την ‘άρνηση’ του Σεφέρη: «…και σβήστηκε η γραφή»



Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

Στην Π.

Παραγγελία σε νύχτες ελάσσονες και μείζονες

Δεν θέλω να γράψω για σένα, δεν θέλω να γράψω για μένα. Δεν θέλω να γράψω τί θέλω. Κι όμως, πώς μπορώ; Μπορώ να μη μιλώ για μένα και να μη λέω το εγώ; Μπορώ να κοιτώ εσένα και να μη θέλω;

Γιατί ήρθες και πότε θα σε ξαναδώ; Και ειλικρινά, αλήθεια, δεν με νοιάζει να σε ξαναδώ, μόνο να μεθώ στο χρώμα σου.

 Ξέρεις, εδώ που είμαι και ζω, όλοι περιμένουμε για το Μαγίστρο στο τέλος του καλοκαιριού, που τον εφέρνει η βροχή του Αυγούστου. Μόνο εκεί μπορείς να δεις τα χρώματα απ’ τα νησιά και τον ήχο απ’ το ξημέρωμα, μόνο με τον Μαΐστρο ο ψαράς είναι σίγουρος για τη ρότα του. Και προχτές όταν σε είδα, εκεί ένοιωσα και το νόημα της λέξης. Μαΐστρος ήταν κ’ έβρεξε· και τα μαλλιά σου, και τα χείλη σου… ήσουν εσύ. Με μάγεψες, ακούς;
Και πώς μπορείς;

Δεν περιμένω τη νύχτα να με κοιτάξεις, νιώθω το μελίσσι σου. Δεν κουράζομαι που έχεις μίλια από μένα. Και μίλια ναυτικά, δύσκολα. Ακούω τη μυρωδιά σου. Αλήθεια πώς μυρίζεις; Έχεις ακόμα τη μυρωδιά της απελπισίας μου; Μυρίζεις σαν τον ενθουσιασμό μου; Έχεις πάνω σου τη σκόνη του Καριώτικου;

Γιατί κοιμόμουν, το λοιπόν, γιατί κοιμόμουν μέχρι τα εικοσιπέντε; Και πόσος λίγος ένιωσα στο ύψος σου; Και πόσο ψηλή, να δεις, φαντάζεις απέναντί μου! Δεν ξέρω, μπορεί μάλλον τώρα να κοιμάμαι!

Ξέρεις τί θέλω, δεν κρατιέμαι: Θέλω τον τρύγο σου, θέλω την άκρη των χειλιών σου, θέλω τις αναπνοές σου. Θέλω να είμαι δίπλα σου σε συνήθειες κακές, θέλω να σε γνωρίσω. Θέλω να σε ξυπνήσω ένα πρωί. Θέλω για άλλη μια φορά να αισθανθώ άδειος.

Συγχώρα μου τα λόγια μου, συγχώρα μου τις σκέψεις μου. Μαγίστρος είναι ακόμα εδώ και το μυαλό μου δεν μπορώ να το βάλω σε τάξη. Αφινιάζω. Με πιάνει πυρετός.
Και όμως, πώς μπορείς;






Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Καλές σχέσεις!

Ως άνθος μαραίνεσαι και ως όναρ παρέρχεσαι!

Για ένα μηρυκαστικό, αλλά και γενικά για τον άνθρωπο, νομίζω -μπορεί να είμαι και σίγουρος- ότι η μεγαλύτερη ανακούφιση και ο καλύτερος τρόπος για την υγεία της ψυχής, είναι να μην τη μολύνεις. Και μόλυνση δεν είναι μόνο το ψέμα και ο κακός σου τρόπος! Αυτά όλοι τα έχουμε και τα χρησιμοποιούμε. Και το ψέμα ειδικά, πολλές φορές είναι πολύ πιο χρήσιμο απ΄ την αλήθεια.

Κυβερνάς τη ζωή σου; Τράβα φίλε και αρώτα τον παλιό σου εργοδότη! Και αν είσαι αφεντικό, ρώτα τον υπάλληλό σου. Τράβα και αρώτησε την πρώην γκόμενα, τον πρώην γκόμενο. Από κει θα μάθεις, μόνο από κει!

Στη ζωή μας, και μηδενός εξαιρουμένου, αλλάζουμε. Αλλάζουμε καταστάσεις, αλλάζουμε τρόπους, αλλάζουμε αφεντικά, αλλάζουμε συνήθειες, αλλάζουμε γκομενάκια, και μπορεί κάποτε να φάμε και φακές που ποτέ δεν τρώγαμε. Πολλές φορές πάλι αλλάζουμε και δεν το νιώθουμε. Κι άλλες αλλάζουμε γιατί το επιβάλει ο καιρός και όχι η ψυχή μας. Το σημαντικό είναι να δεχτείς την αλλαγή και να αφήσεις πίσω σου μια καλή σχέση. Και το παιχνίδι κερδίζεται όταν αφήσεις την άρνηση να πάρει τον καλό δρόμο, γιατί η άρνηση στην αλλαγή, εκ της ανθρώπινης φύσεως, είναι αναπόφευκτη.

Το κείμενο αυτό αντικαθιστά κείνο που έγραψα και δεν δημοσίευσα ποτέ! Βασικά δεν έγραψα, ήταν έτοιμη συνομιλία από μόνη της. Και δεν το έκανα γιατί φοβόμουν! Το έκανα για να προστατέψω την ανηθικότητά μου και να αφήσω μια καλή σχέση. Την αλήθεια την ξέρει κανείς βαθιά μέσα του, ακόμη κι αν δεν θέλει να κοιτάξει. Όμως αν νιώθεις καθαρός σε όλο το αλισβερίσι σου, στις προσωπικές σου σχέσεις, στις επαγγελματικές, στις αισθηματικές, αν μπορείς να μιλήσεις ακομπλεξάριστα σε παλιά σχέση, αν είσαι καθαρός στη μάνα σου, αν σε πάρει το παλιό σου αφεντικό τηλέφωνο και πραγματικά ενδιαφέρεται για τα νέα σου, τότε μόνον το λοιπόν μπορείς να κοιτάς κατάματα τον Αμερινό και να κοιμάσαι με υγεία.

Προσπαθώ και ‘γώ να δεχτώ την αλλαγή, μα η ψυχή και το πρόσωπό μου να μείνει αειθαλές.



Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Και στην επόμενη πανσέληνο!

Κούραση και νεύρα. Πολλά νεύρα. Και υπομονή. Νύχτες που σου μοιάζουν να μην τελειώνουν ποτέ. Και επιθέσεις. Ξενύχτι. Παζάρια με τους ευθυνολάτρες και τους ευθυνόφοβους. Μεθυσμένα πανηγύρια. Καριώτικος παλιός του Φάκαρου, στο μούχρωμα – τυφλοσούρτης - Παλαίστρα. Γκομενοκαταστάσεις.  Μαθήματα απειρίας. Τρία χρόνια συσσωρευμένα σε δεκαπέντε μέρες. Ένα πέλαγος από σκέψεις χωρίς τάξη. Και ξανά νεύρα! Θράσος και οργή. Και είμαστε ακόμη ζωντανοί στον άξονα των επόμενων τριάντα χρόνων!

Κι όμως, ανταλλάσσεται με κάτι η ελευθερία σου; Μπορείς να ανταλλάξεις τη νύχτα που δεν πρόλαβες να κοιμηθείς με το συνάγιο και τα κορναρίσματα στη βάρκα του Καρναβά άμα που περνάει μπροστά από το μαγαζί σου; Μπορείς να ανταλλάξεις τη δικαιολογημένη οργή, όταν μετά από εφτά χρόνια μπορείς ξανά να παρατηρήσεις όλες τις διαφορετικές φάσεις του κύκλου που κάνει η σελήνη τον Ιούλη και τον Αύγουστο; Μπορείς να κρατήσεις θυμό σε έναν άχρηστο και βλάκα πελάτη, όταν οι ιστορίες των υπολοίπων μπορούν να γεμίσουν μια ολόκληρη ζωή; Μπορείς να νευριάσεις για ένα γαμήσι που δεν πρόλαβες να κάνεις, όταν δημοσιογράφοι οικειοθελώς σε φωτογραφίζουν και γράφουν σε περιοδικά για την εξυπηρέτησή σου; Ανταλλάσσεται με κάτι όταν δεν προλαβαίνεις σε χρόνο πραγματικό να κάνεις μπάνιο στην παραλία που βρίσκεται μόλις 4,3 μέτρα μακριά σου (μάλλον κοντά σου) και τα κοντινότερα τσιγάρα που μπορείς να αγοράσεις βρίσκονται σε απόσταση 12 χιλιομέτρων, με το τσιγάρο της γαλήνης που κάνεις κάθε βράδυ παρέα με τους ήχους της θάλασσας;

Τίποτα δεν αποκτάς στην τύχη. Ούτε φιλίες πραγματικές, ούτε έρωτες καινούριους. Όλα στη ζωή μας είναι προσαρμοσμένα ώστε να αποκτήσουμε το προσήκον και αυτό που μας αξίζει. Ένας έρωτας και μια φιλία έρχονται και τα δύο σε χρόνο ανεπαίσθητο και εκεί που δεν το νιώθεις. Είναι σαν την ευκαιρία: Πάντα υπάρχει μια κοντά σου και την ξεσκίζεις μόνο αν το καταλάβεις και μόνο αν έχεις το ταλέντο να την αξιοποιήσεις!

Όλοι οι άνθρωποι έχουν μια καλή θεωρία για τα πάντα και είναι σίγουροι για αυτήν. Ακούς πολλά στη ζωή σου. Σου δίνουν λύσεις σε δικά σου προβλήματα και θεωρίες. Κανείς όμως, κανείς δεν βρίσκεται εκεί στη λύση!  Αν θες λοιπόν να προχωρήσεις μην ακούς κανέναν. Προχώρα φίλε, προχώρα και σίγουρα κάπου θα είναι το νήμα για να λύσεις τον κόμπο!
…να μη σε πιάνει πανικός, ούτε κι ο ίδιος ο Θεός, αλλιώς στα πάγια κολλάς, σέρνεσαι βρίζεις και πονάς…  (Σ.Μάλαμας)

Καλό χειμώνα λέμε εδώ, κι ας είναι Αύγουστος!

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Τα ναυάγια

Ένας μαλάκας ανδρείκελος  που δεν ένιωσε τίποτα, μα σε πείσμα της απελπισίας δηλώνει αγάπη φιλική και ένας βλακαμάς δειλός που ένιωσε πολλά και είπε ότι δεν ένιωσε τίποτα.. Αυτή είναι η αλήθεια! ΟΥΣΤ ΒΡΩΜΟΣΚΥΛΑ.

Δημοσιεύσεις του πεταματού, περιγραφή σάπια, θέματα άτοπα και κυρίως πολλές πολλές πολλές άσωτες νύχτες..

Πόσες, άραγε, πόσες φορές ξεκίνησα να γράψω; Ούτε και γώ ξέρω. Και άξαφνα, εκεί στην τέταρτη – πέμπτη λέξη [λέξεις λουλουδάτες, περισπούδαστες] ο νους μου μ’ εγκατέλειπε, αυτομολούσε στ’ άγνωστα! Έμενα μόνος, αβοήθητος και απροστάτευτος. ‘Ο νους σου πάει φίλε μου, μου είπα, καβλαντίστηκε ξανά, ώρα για νάνι’.

Και εδώ που τα λέμε, ποιος ο λόγος της τέχνης αν δεν υπάρχει κάτι να τσιμπήσει αυτόν που τη δημιουργεί (και προς Θεού, δεν εννοώ την αφεντιά μου); Και ποιος ο λόγος να μηρυκάσεις υποθέσεις πεθαμένες, μια προδοσία – ένα χαμένο έρωτα – μια φυγή του κλέφτη (χα!) -  ένα ‘δεν ένιωσα’, ας πούμε φερ’ ειπείν! Έτσι λοιπόν αποφάσισα το γράψιμο να πάψω αν δεν βρω το λόγο να μεταφέρω κάτι, μια ανησυχία αληθινή, ένα ούριο μελτέμι, μια ιστορία, ένα σκίρτημα, ένα μήνυμα στο κινητό!

Και πώς άλλωστε να μπορώ να γράψω; Τι να περιγράψω; Τα λεφτά;

Είμαι στα δικά μου χώματα, εκεί που δεν ανακαλύφθηκε ποτέ το μελάνι. Εκεί που κανένας συγγραφέας δεν μπορεί να βαλσαμώσει και να συμπυκνώσει το συναίσθημα. Είμαι στον τόπο που όταν λέμε αέρηδες, εννοούμε το συρτό στα πανηγύρια, που μόνο εκεί διδάσκεται ο αντικριστός απτάλικος - αντρίκιος -  σε σύναξη ψυχής. Είμαι εκεί που πέντε τα ξημερώματα, έπειτα από δύο τελάρα μπύρες, λέμε ‘πάμε για ποτό;’, και το εννοούμε! Και άνθρωποι αυθεντικοί, που σε κανένα βοσκοτόπι, Πόλη και χωριό που βάδισα, δεν είδα ειλικρινά. Είμαι στον μοναδικό τόπο που γνώρισα, που τα παραδοσιακά τραγούδια δεν λένε για έρωτες και κοινωνικές τάξεις, γιατί πολύ απλά δεν υπήρξε ποτέ απαγορευμένος έρωτας. Αντίθετα τα τραγούδια, τα κάλαντα, η ζωή, είναι όλοι ύμνοι στο κρασί. Είμαι στον τόπο που μπορείς να καθίσεις αβίαστα και φυσικότατα στο ίδιο τραπέζι με μια ηθοποιό, έναν ναυτικό εξηντάρη  -μύθο στον τόπο σου- που επέζησε από έξι ναυάγια, ένα πλανόδιο μανάβη, ένα πασίγνωστο σχεδιαστή μόδας και το Γιάννη τον Κινέζο και να γλεντήσετε νομίζοντας πως είναι το πιο φυσιολογικό σμήγμα παρέας, σινάφι απροσδόκητο! Είμαι στο χωριό που τον άνεμο δεν μπορεί να τον μετρήσει καμία κλίμακα μποφόρ και μετριέται μόνο με τη μέθοδο του μικρού και μεγάλου στρίματος.

Θα ήμουν λοιπόν τουλάχιστον φισέκι αν έχανα την πραγματική ζωή και έπιανα να γράφω! Εδώ ζούμε, δεν μηρυκάζουμε! Τα κάνουμε τώρα που μπορούμε, γιατί μετά α κόψει ο σπόρος μας!

Καλό καλοκαίρι στα διαβατάρικα πουλιά και τις σφίγγες.
Τα λέμε από Σεπτέμβρη!

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Σε είχα δει;

Σε διάβασα πρόσφατα ηλεκτρονικά, σε βάζω στο αρχείο.

Μα, μέχρι εκεί μπορούσες; Πίστευα για σένα, πίστευα σε εσένα, στη μεγάλη θέλησή σου, στη δύναμη να με εκμηδενίσεις.

Εγώ δεν πάω αλλού, ήμουν αλλού, μα ντρέπομαι για μένα, ντρέπομαι σε μένα, που πίστευα ότι θα μπορούσες να με πολεμήσεις.

Πού ήσουνα, πού ήμουν, Χα!

Εκεί φίλε μου, εκεί που πέρσι έχεσες, εκεί φέτος μην πας να φας. Δεν θα είμαι εγώ εκεί, ούτε οι φίλοι σου. Θα είναι τα σκατά σου.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Δεν είναι λοιπόν το τέλος έτσι

ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας, μέσα στο λεωφορείο. Σκέψεις αμέτρητες, μα μπαταρία ελάχιστη.


Καθόμουνα πριν λίγο στο παγκάκι, περικλεής και δακρύβρεχτος χωρίς κανένα λόγο. Δίπλα μου γριά και γέρος, κάτι λένε για γιατρούς, δεν δίνω σημασία. Μια κυρία με βουρκωμένα μάτια, για κάτι λυπηρό ταξιδεύει μάλλον. Μαύρος που θέλει σώνει και καλά να πουλήσει διάφορα. Ο ήλιος πέφτει και λίγο πριν το τέλος, αρχινώ να αφουγκράζομαι τις ιστορίες των άλλων και το λόγο που ταξιδεύουν. Φαντάζομαι πράγματα μακρινά και ιστορίες αλλότριες. Μάλλον για να κρύψω τις ημέτερες! Μάλλον γιατί εδώ, ήθελα να είναι αλλιώς το τέλος της ταινίας. Γιατί ταινία ήταν αυτά τα χρόνια, με αδιάφορο το τέλος.

 ΜΠΑ. ΜΠΑ? ΜΠΑ!


Και εκεί που ρίχνεις μαύρη πέτρα σε αυτά που σε πλήγωσαν, εκεί που αδιαφορείς για τον πλησίον, εκεί που σιχτιρίζεις για τις βραχυπρόθεσμες επιλογές σου με ημερομηνία λήξης, εκεί σε χτυπά στην πλάτη ένα παλικάρι:

-        -  Φίλε, δε με ξέρεις, με λένε Νίκο!
-        -  Νίκος και εγώ, χάρηκα!
-        -  Να σε ρωτήσω, νοίκιαζες ποτέ στου Θανάση;
-        -  Ναι, του λέω με απορία, από πού το ξέρεις;
-        - Είμαι ο επόμενος νοικάρης και σε θυμάμαι που μου είχες δώσει τα κλειδιά όταν έφευγες!
-        -  Α!, μειδιάζω με βαρεμάρα.
-        -  Ξέρεις, έχω μάθει πολλές ιστορίες για σένα. Κάθισα ένα απόγευμα με τη γριούλα δίπλα, τη γυναίκα του Κυρ Δημήτρη!
-        -  Μπα, ζει; Και αρχίζουμε να γελάμε!
-        -  Ναι ναι ζει, και μάλιστα, όσες φορές τυχαίνει να μιλήσουμε, συνέχεια λέει για σένα!
-        -  Για μένα;
-        -  Ναι ρε, μου λέει για  τα πάρτι σας  που κρατούσαν τρείς μέρες, για το γέρο που τον έστελνε στο χωριό για χάρη σας, για  την αστυνομία, για το πάντα γεμάτο κόσμο μπαλκόνι σας, για τα ποτήρια της που της σπάσατε, για τους καβγάδες με τον συγκάτοικο!
-         - Έλα ρε!
-         - Ναι ναι! Πω, ξέρεις πόσο ήθελα να σε γνωρίσω; Έχω ακούσει τόσα και τόσα που τα διηγούμαι και στην δική μου την παρέα. Είναι τόσες πολλές οι ιστορίες σου, που νομίζω ότι βρίσκομαι και εγώ μέσα!
-         - Δεν ξέρεις φίλε τι χαρά μου δίνεις! Από δω είσαι;
-         - Όχι, είμαι από ένα χωριό εδώ κοντά και πάω σε μια σχολή, ιδιωτική.
-         - Χάρηκα και θα ήθελα να βρεθούμε το Σεπτέμβρη!
-         - Γεία σου φίλε!

Σε χρόνο ανεπαίσθητο, σε πρόσωπο -πάντα-  πρώτο πληθυντικό, περνάν από το νου μου ανυπολόγιστες βραδιές και μέρες σε αυτό το σπίτι! Η αφίσα-κλαρίνο Κουκουράβα που αντικαταστήθηκε με αφίσα γιωργάκη, οι τελετές του χριστουγεννιάτικου δέντρου, οι μακρινοί επισκέπτες, πρώην γκόμενες, οι μηνύσεις, η ιεραρχία στο καθάρισμα, οι τηλεφωνικές πλάκες, το αξέχαστο πάρτι με τη Τζένη στα είκοσι, ΤΑ ΚΟΥΛΟΥΜΑ, αχχχχ τα κούλουμα! Αν όλα αυτά τα πολλαπλασιάσουμε με τουλάχιστο διψήφιο αριθμό  βγάζουν τέσσερα ομορφότατα χρόνια, μακριά από μιζέριες, κατσουφιασμούς και έννοιες.


(μεγάφωνο και αναγγελία αναχώρησης. Τυχαία μπαίνουμε και στο ίδιο λεωφορείο. Εγώ θέση 15. Αυτός τέρμα πίσω. Γυρνώ σε πραγματικό χρόνο και τον κοιτώ, μου χαμογελάει. Και εγώ!)


Αυτό λοιπόν ήταν το τέλος! Και αυτό ήθελα! Ήθελα δικούς μου ανθρώπους δίπλα μου. Ήθελα να μπορώ στην επιστροφή να κοιτώ κατάματα τους πάντες χωρίς καμία ενοχή ή θλίψη. Ήθελα να με κοιτούν χωρίς κλαψομουνιάστικες συμπόνιες και πεθαμένες χαιρετούρες, αηδίες αντίο και καταλληλότητα του κώλου. Ήθελα αποχαιρετιστήριο χωρίς φανφάρες και ακρότητες. Και τα έκανα ΌΛΑ!

Ήθελα όμως και να είχα αφήσει κάτι στην πόλη που ανδρώθηκα. Κάτι καλό και μικρό. Και σήμερα, κυριολεκτικά μια ανάσα πριν εγκαταλείψω, ΗΤΑΝ ΕΔΩ! Φόραγε μαύρη μπλούζα, ήταν από χωρίο, αφηγούταν για καιρό φτιαγμένες δικές μου -και του συγκάτοικου- ιστορίες και με κοίταγε με βλέμμα θαυμασμού! Εδώ λοιπόν λες, δεν παίζει, κάτι εξωπραγματικό γίνεται σήμερα, κάποιος το έστειλε. Λες και ξαφνικά συνωμότησαν άγνωστες δυνάμεις για να αλλάξεις το τέλος! Λες και βρήκες το πλήρωμα του χαμένου σκληρού σου δίσκου!

 Ή -ίσως- μου άξιζε αυτό το τέλος.



Η ιστορία που μόλις αναγνώσατε είναι ακριβώς γραμμένη από την πρόσφατη πραγματικότητά μου, γραμμένη επί της εθνικής οδού, ενδεχόμενα η πλέον αληθοφανής όλων, κακώς σε πρώτο ενικό και χωρίς μηρυκασμό! Ελπίζω να μην το ξανακάνω!




Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Και μετά, και μετά…

Σα βγεις στον πηγαιμό για Αγρινιάρα να είναι μακρύς ο δρόμος!
Τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες μην τους φοβάσαι

Και μετά τί μένει;

Ξέρω ‘γώ τί μένει; Μια ανάμνηση καλή, μειδιάματα κλαυσίγελων σε  μελλοντική συνάντηση, επαφές αχρησιμοποίητες στο κινητό και μερικά τσιγάρα που δεν έκανες. Έπειτα όλοι θα είναι εκεί, σε ένα μακρύ μνημόσυνο εν ζωή.

Κρατάω τα πάντα και δεν μετανιώνω για τίποτα, δεν αδίκησα κανέναν εν γνώσει μου και οι επιλογές μου και η διαχείριση των κρίσεών μου –θέλω να- πιστεύω πως ήταν πάντα οι σωστές.

Κρατάω ΦΙΛΟΥΣ. Κρατάω Γιάννη, Τζένη, Σιδερή, Ελένη, Ελένη, Γιάννη, Ακριβούλα, Σούλα, Ειρήνη, Χρήστο, Ηλία, Χριστιάνα, Κώστα άλλους τόσους και άλλους τόσους και άλλους τόσους!

Κρατάω κακές στιγμές και προδοσία (προδοσίες) μιας νύχτας. Μόνο από κει θα μάθεις!

Κρατάω πόνο και άσχημες νύχτες.

Κρατάω ιστορίες που θα διηγούμαι στο υπόλοιπο

Τους έρωτες. Το ξενέρωμα

Κρατάω τα μεθύσια, σαν το σημερινό.

Τα τσιγάρα στην Αγία Μαρίνα



‘Ό,τι απομένει έιναι μια συνάθροιση Σαραντάριδων… (Δ.Σαββόπουλος)’

«… αλλά θα είμαι πάντα εκεί. Έτσι απλά…»

Χα!