Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

Στην Π.

Παραγγελία σε νύχτες ελάσσονες και μείζονες

Δεν θέλω να γράψω για σένα, δεν θέλω να γράψω για μένα. Δεν θέλω να γράψω τί θέλω. Κι όμως, πώς μπορώ; Μπορώ να μη μιλώ για μένα και να μη λέω το εγώ; Μπορώ να κοιτώ εσένα και να μη θέλω;

Γιατί ήρθες και πότε θα σε ξαναδώ; Και ειλικρινά, αλήθεια, δεν με νοιάζει να σε ξαναδώ, μόνο να μεθώ στο χρώμα σου.

 Ξέρεις, εδώ που είμαι και ζω, όλοι περιμένουμε για το Μαγίστρο στο τέλος του καλοκαιριού, που τον εφέρνει η βροχή του Αυγούστου. Μόνο εκεί μπορείς να δεις τα χρώματα απ’ τα νησιά και τον ήχο απ’ το ξημέρωμα, μόνο με τον Μαΐστρο ο ψαράς είναι σίγουρος για τη ρότα του. Και προχτές όταν σε είδα, εκεί ένοιωσα και το νόημα της λέξης. Μαΐστρος ήταν κ’ έβρεξε· και τα μαλλιά σου, και τα χείλη σου… ήσουν εσύ. Με μάγεψες, ακούς;
Και πώς μπορείς;

Δεν περιμένω τη νύχτα να με κοιτάξεις, νιώθω το μελίσσι σου. Δεν κουράζομαι που έχεις μίλια από μένα. Και μίλια ναυτικά, δύσκολα. Ακούω τη μυρωδιά σου. Αλήθεια πώς μυρίζεις; Έχεις ακόμα τη μυρωδιά της απελπισίας μου; Μυρίζεις σαν τον ενθουσιασμό μου; Έχεις πάνω σου τη σκόνη του Καριώτικου;

Γιατί κοιμόμουν, το λοιπόν, γιατί κοιμόμουν μέχρι τα εικοσιπέντε; Και πόσος λίγος ένιωσα στο ύψος σου; Και πόσο ψηλή, να δεις, φαντάζεις απέναντί μου! Δεν ξέρω, μπορεί μάλλον τώρα να κοιμάμαι!

Ξέρεις τί θέλω, δεν κρατιέμαι: Θέλω τον τρύγο σου, θέλω την άκρη των χειλιών σου, θέλω τις αναπνοές σου. Θέλω να είμαι δίπλα σου σε συνήθειες κακές, θέλω να σε γνωρίσω. Θέλω να σε ξυπνήσω ένα πρωί. Θέλω για άλλη μια φορά να αισθανθώ άδειος.

Συγχώρα μου τα λόγια μου, συγχώρα μου τις σκέψεις μου. Μαγίστρος είναι ακόμα εδώ και το μυαλό μου δεν μπορώ να το βάλω σε τάξη. Αφινιάζω. Με πιάνει πυρετός.
Και όμως, πώς μπορείς;






Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Καλές σχέσεις!

Ως άνθος μαραίνεσαι και ως όναρ παρέρχεσαι!

Για ένα μηρυκαστικό, αλλά και γενικά για τον άνθρωπο, νομίζω -μπορεί να είμαι και σίγουρος- ότι η μεγαλύτερη ανακούφιση και ο καλύτερος τρόπος για την υγεία της ψυχής, είναι να μην τη μολύνεις. Και μόλυνση δεν είναι μόνο το ψέμα και ο κακός σου τρόπος! Αυτά όλοι τα έχουμε και τα χρησιμοποιούμε. Και το ψέμα ειδικά, πολλές φορές είναι πολύ πιο χρήσιμο απ΄ την αλήθεια.

Κυβερνάς τη ζωή σου; Τράβα φίλε και αρώτα τον παλιό σου εργοδότη! Και αν είσαι αφεντικό, ρώτα τον υπάλληλό σου. Τράβα και αρώτησε την πρώην γκόμενα, τον πρώην γκόμενο. Από κει θα μάθεις, μόνο από κει!

Στη ζωή μας, και μηδενός εξαιρουμένου, αλλάζουμε. Αλλάζουμε καταστάσεις, αλλάζουμε τρόπους, αλλάζουμε αφεντικά, αλλάζουμε συνήθειες, αλλάζουμε γκομενάκια, και μπορεί κάποτε να φάμε και φακές που ποτέ δεν τρώγαμε. Πολλές φορές πάλι αλλάζουμε και δεν το νιώθουμε. Κι άλλες αλλάζουμε γιατί το επιβάλει ο καιρός και όχι η ψυχή μας. Το σημαντικό είναι να δεχτείς την αλλαγή και να αφήσεις πίσω σου μια καλή σχέση. Και το παιχνίδι κερδίζεται όταν αφήσεις την άρνηση να πάρει τον καλό δρόμο, γιατί η άρνηση στην αλλαγή, εκ της ανθρώπινης φύσεως, είναι αναπόφευκτη.

Το κείμενο αυτό αντικαθιστά κείνο που έγραψα και δεν δημοσίευσα ποτέ! Βασικά δεν έγραψα, ήταν έτοιμη συνομιλία από μόνη της. Και δεν το έκανα γιατί φοβόμουν! Το έκανα για να προστατέψω την ανηθικότητά μου και να αφήσω μια καλή σχέση. Την αλήθεια την ξέρει κανείς βαθιά μέσα του, ακόμη κι αν δεν θέλει να κοιτάξει. Όμως αν νιώθεις καθαρός σε όλο το αλισβερίσι σου, στις προσωπικές σου σχέσεις, στις επαγγελματικές, στις αισθηματικές, αν μπορείς να μιλήσεις ακομπλεξάριστα σε παλιά σχέση, αν είσαι καθαρός στη μάνα σου, αν σε πάρει το παλιό σου αφεντικό τηλέφωνο και πραγματικά ενδιαφέρεται για τα νέα σου, τότε μόνον το λοιπόν μπορείς να κοιτάς κατάματα τον Αμερινό και να κοιμάσαι με υγεία.

Προσπαθώ και ‘γώ να δεχτώ την αλλαγή, μα η ψυχή και το πρόσωπό μου να μείνει αειθαλές.



Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Και στην επόμενη πανσέληνο!

Κούραση και νεύρα. Πολλά νεύρα. Και υπομονή. Νύχτες που σου μοιάζουν να μην τελειώνουν ποτέ. Και επιθέσεις. Ξενύχτι. Παζάρια με τους ευθυνολάτρες και τους ευθυνόφοβους. Μεθυσμένα πανηγύρια. Καριώτικος παλιός του Φάκαρου, στο μούχρωμα – τυφλοσούρτης - Παλαίστρα. Γκομενοκαταστάσεις.  Μαθήματα απειρίας. Τρία χρόνια συσσωρευμένα σε δεκαπέντε μέρες. Ένα πέλαγος από σκέψεις χωρίς τάξη. Και ξανά νεύρα! Θράσος και οργή. Και είμαστε ακόμη ζωντανοί στον άξονα των επόμενων τριάντα χρόνων!

Κι όμως, ανταλλάσσεται με κάτι η ελευθερία σου; Μπορείς να ανταλλάξεις τη νύχτα που δεν πρόλαβες να κοιμηθείς με το συνάγιο και τα κορναρίσματα στη βάρκα του Καρναβά άμα που περνάει μπροστά από το μαγαζί σου; Μπορείς να ανταλλάξεις τη δικαιολογημένη οργή, όταν μετά από εφτά χρόνια μπορείς ξανά να παρατηρήσεις όλες τις διαφορετικές φάσεις του κύκλου που κάνει η σελήνη τον Ιούλη και τον Αύγουστο; Μπορείς να κρατήσεις θυμό σε έναν άχρηστο και βλάκα πελάτη, όταν οι ιστορίες των υπολοίπων μπορούν να γεμίσουν μια ολόκληρη ζωή; Μπορείς να νευριάσεις για ένα γαμήσι που δεν πρόλαβες να κάνεις, όταν δημοσιογράφοι οικειοθελώς σε φωτογραφίζουν και γράφουν σε περιοδικά για την εξυπηρέτησή σου; Ανταλλάσσεται με κάτι όταν δεν προλαβαίνεις σε χρόνο πραγματικό να κάνεις μπάνιο στην παραλία που βρίσκεται μόλις 4,3 μέτρα μακριά σου (μάλλον κοντά σου) και τα κοντινότερα τσιγάρα που μπορείς να αγοράσεις βρίσκονται σε απόσταση 12 χιλιομέτρων, με το τσιγάρο της γαλήνης που κάνεις κάθε βράδυ παρέα με τους ήχους της θάλασσας;

Τίποτα δεν αποκτάς στην τύχη. Ούτε φιλίες πραγματικές, ούτε έρωτες καινούριους. Όλα στη ζωή μας είναι προσαρμοσμένα ώστε να αποκτήσουμε το προσήκον και αυτό που μας αξίζει. Ένας έρωτας και μια φιλία έρχονται και τα δύο σε χρόνο ανεπαίσθητο και εκεί που δεν το νιώθεις. Είναι σαν την ευκαιρία: Πάντα υπάρχει μια κοντά σου και την ξεσκίζεις μόνο αν το καταλάβεις και μόνο αν έχεις το ταλέντο να την αξιοποιήσεις!

Όλοι οι άνθρωποι έχουν μια καλή θεωρία για τα πάντα και είναι σίγουροι για αυτήν. Ακούς πολλά στη ζωή σου. Σου δίνουν λύσεις σε δικά σου προβλήματα και θεωρίες. Κανείς όμως, κανείς δεν βρίσκεται εκεί στη λύση!  Αν θες λοιπόν να προχωρήσεις μην ακούς κανέναν. Προχώρα φίλε, προχώρα και σίγουρα κάπου θα είναι το νήμα για να λύσεις τον κόμπο!
…να μη σε πιάνει πανικός, ούτε κι ο ίδιος ο Θεός, αλλιώς στα πάγια κολλάς, σέρνεσαι βρίζεις και πονάς…  (Σ.Μάλαμας)

Καλό χειμώνα λέμε εδώ, κι ας είναι Αύγουστος!

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Τα ναυάγια

Ένας μαλάκας ανδρείκελος  που δεν ένιωσε τίποτα, μα σε πείσμα της απελπισίας δηλώνει αγάπη φιλική και ένας βλακαμάς δειλός που ένιωσε πολλά και είπε ότι δεν ένιωσε τίποτα.. Αυτή είναι η αλήθεια! ΟΥΣΤ ΒΡΩΜΟΣΚΥΛΑ.

Δημοσιεύσεις του πεταματού, περιγραφή σάπια, θέματα άτοπα και κυρίως πολλές πολλές πολλές άσωτες νύχτες..

Πόσες, άραγε, πόσες φορές ξεκίνησα να γράψω; Ούτε και γώ ξέρω. Και άξαφνα, εκεί στην τέταρτη – πέμπτη λέξη [λέξεις λουλουδάτες, περισπούδαστες] ο νους μου μ’ εγκατέλειπε, αυτομολούσε στ’ άγνωστα! Έμενα μόνος, αβοήθητος και απροστάτευτος. ‘Ο νους σου πάει φίλε μου, μου είπα, καβλαντίστηκε ξανά, ώρα για νάνι’.

Και εδώ που τα λέμε, ποιος ο λόγος της τέχνης αν δεν υπάρχει κάτι να τσιμπήσει αυτόν που τη δημιουργεί (και προς Θεού, δεν εννοώ την αφεντιά μου); Και ποιος ο λόγος να μηρυκάσεις υποθέσεις πεθαμένες, μια προδοσία – ένα χαμένο έρωτα – μια φυγή του κλέφτη (χα!) -  ένα ‘δεν ένιωσα’, ας πούμε φερ’ ειπείν! Έτσι λοιπόν αποφάσισα το γράψιμο να πάψω αν δεν βρω το λόγο να μεταφέρω κάτι, μια ανησυχία αληθινή, ένα ούριο μελτέμι, μια ιστορία, ένα σκίρτημα, ένα μήνυμα στο κινητό!

Και πώς άλλωστε να μπορώ να γράψω; Τι να περιγράψω; Τα λεφτά;

Είμαι στα δικά μου χώματα, εκεί που δεν ανακαλύφθηκε ποτέ το μελάνι. Εκεί που κανένας συγγραφέας δεν μπορεί να βαλσαμώσει και να συμπυκνώσει το συναίσθημα. Είμαι στον τόπο που όταν λέμε αέρηδες, εννοούμε το συρτό στα πανηγύρια, που μόνο εκεί διδάσκεται ο αντικριστός απτάλικος - αντρίκιος -  σε σύναξη ψυχής. Είμαι εκεί που πέντε τα ξημερώματα, έπειτα από δύο τελάρα μπύρες, λέμε ‘πάμε για ποτό;’, και το εννοούμε! Και άνθρωποι αυθεντικοί, που σε κανένα βοσκοτόπι, Πόλη και χωριό που βάδισα, δεν είδα ειλικρινά. Είμαι στον μοναδικό τόπο που γνώρισα, που τα παραδοσιακά τραγούδια δεν λένε για έρωτες και κοινωνικές τάξεις, γιατί πολύ απλά δεν υπήρξε ποτέ απαγορευμένος έρωτας. Αντίθετα τα τραγούδια, τα κάλαντα, η ζωή, είναι όλοι ύμνοι στο κρασί. Είμαι στον τόπο που μπορείς να καθίσεις αβίαστα και φυσικότατα στο ίδιο τραπέζι με μια ηθοποιό, έναν ναυτικό εξηντάρη  -μύθο στον τόπο σου- που επέζησε από έξι ναυάγια, ένα πλανόδιο μανάβη, ένα πασίγνωστο σχεδιαστή μόδας και το Γιάννη τον Κινέζο και να γλεντήσετε νομίζοντας πως είναι το πιο φυσιολογικό σμήγμα παρέας, σινάφι απροσδόκητο! Είμαι στο χωριό που τον άνεμο δεν μπορεί να τον μετρήσει καμία κλίμακα μποφόρ και μετριέται μόνο με τη μέθοδο του μικρού και μεγάλου στρίματος.

Θα ήμουν λοιπόν τουλάχιστον φισέκι αν έχανα την πραγματική ζωή και έπιανα να γράφω! Εδώ ζούμε, δεν μηρυκάζουμε! Τα κάνουμε τώρα που μπορούμε, γιατί μετά α κόψει ο σπόρος μας!

Καλό καλοκαίρι στα διαβατάρικα πουλιά και τις σφίγγες.
Τα λέμε από Σεπτέμβρη!

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Σε είχα δει;

Σε διάβασα πρόσφατα ηλεκτρονικά, σε βάζω στο αρχείο.

Μα, μέχρι εκεί μπορούσες; Πίστευα για σένα, πίστευα σε εσένα, στη μεγάλη θέλησή σου, στη δύναμη να με εκμηδενίσεις.

Εγώ δεν πάω αλλού, ήμουν αλλού, μα ντρέπομαι για μένα, ντρέπομαι σε μένα, που πίστευα ότι θα μπορούσες να με πολεμήσεις.

Πού ήσουνα, πού ήμουν, Χα!

Εκεί φίλε μου, εκεί που πέρσι έχεσες, εκεί φέτος μην πας να φας. Δεν θα είμαι εγώ εκεί, ούτε οι φίλοι σου. Θα είναι τα σκατά σου.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Δεν είναι λοιπόν το τέλος έτσι

ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας, μέσα στο λεωφορείο. Σκέψεις αμέτρητες, μα μπαταρία ελάχιστη.


Καθόμουνα πριν λίγο στο παγκάκι, περικλεής και δακρύβρεχτος χωρίς κανένα λόγο. Δίπλα μου γριά και γέρος, κάτι λένε για γιατρούς, δεν δίνω σημασία. Μια κυρία με βουρκωμένα μάτια, για κάτι λυπηρό ταξιδεύει μάλλον. Μαύρος που θέλει σώνει και καλά να πουλήσει διάφορα. Ο ήλιος πέφτει και λίγο πριν το τέλος, αρχινώ να αφουγκράζομαι τις ιστορίες των άλλων και το λόγο που ταξιδεύουν. Φαντάζομαι πράγματα μακρινά και ιστορίες αλλότριες. Μάλλον για να κρύψω τις ημέτερες! Μάλλον γιατί εδώ, ήθελα να είναι αλλιώς το τέλος της ταινίας. Γιατί ταινία ήταν αυτά τα χρόνια, με αδιάφορο το τέλος.

 ΜΠΑ. ΜΠΑ? ΜΠΑ!


Και εκεί που ρίχνεις μαύρη πέτρα σε αυτά που σε πλήγωσαν, εκεί που αδιαφορείς για τον πλησίον, εκεί που σιχτιρίζεις για τις βραχυπρόθεσμες επιλογές σου με ημερομηνία λήξης, εκεί σε χτυπά στην πλάτη ένα παλικάρι:

-        -  Φίλε, δε με ξέρεις, με λένε Νίκο!
-        -  Νίκος και εγώ, χάρηκα!
-        -  Να σε ρωτήσω, νοίκιαζες ποτέ στου Θανάση;
-        -  Ναι, του λέω με απορία, από πού το ξέρεις;
-        - Είμαι ο επόμενος νοικάρης και σε θυμάμαι που μου είχες δώσει τα κλειδιά όταν έφευγες!
-        -  Α!, μειδιάζω με βαρεμάρα.
-        -  Ξέρεις, έχω μάθει πολλές ιστορίες για σένα. Κάθισα ένα απόγευμα με τη γριούλα δίπλα, τη γυναίκα του Κυρ Δημήτρη!
-        -  Μπα, ζει; Και αρχίζουμε να γελάμε!
-        -  Ναι ναι ζει, και μάλιστα, όσες φορές τυχαίνει να μιλήσουμε, συνέχεια λέει για σένα!
-        -  Για μένα;
-        -  Ναι ρε, μου λέει για  τα πάρτι σας  που κρατούσαν τρείς μέρες, για το γέρο που τον έστελνε στο χωριό για χάρη σας, για  την αστυνομία, για το πάντα γεμάτο κόσμο μπαλκόνι σας, για τα ποτήρια της που της σπάσατε, για τους καβγάδες με τον συγκάτοικο!
-         - Έλα ρε!
-         - Ναι ναι! Πω, ξέρεις πόσο ήθελα να σε γνωρίσω; Έχω ακούσει τόσα και τόσα που τα διηγούμαι και στην δική μου την παρέα. Είναι τόσες πολλές οι ιστορίες σου, που νομίζω ότι βρίσκομαι και εγώ μέσα!
-         - Δεν ξέρεις φίλε τι χαρά μου δίνεις! Από δω είσαι;
-         - Όχι, είμαι από ένα χωριό εδώ κοντά και πάω σε μια σχολή, ιδιωτική.
-         - Χάρηκα και θα ήθελα να βρεθούμε το Σεπτέμβρη!
-         - Γεία σου φίλε!

Σε χρόνο ανεπαίσθητο, σε πρόσωπο -πάντα-  πρώτο πληθυντικό, περνάν από το νου μου ανυπολόγιστες βραδιές και μέρες σε αυτό το σπίτι! Η αφίσα-κλαρίνο Κουκουράβα που αντικαταστήθηκε με αφίσα γιωργάκη, οι τελετές του χριστουγεννιάτικου δέντρου, οι μακρινοί επισκέπτες, πρώην γκόμενες, οι μηνύσεις, η ιεραρχία στο καθάρισμα, οι τηλεφωνικές πλάκες, το αξέχαστο πάρτι με τη Τζένη στα είκοσι, ΤΑ ΚΟΥΛΟΥΜΑ, αχχχχ τα κούλουμα! Αν όλα αυτά τα πολλαπλασιάσουμε με τουλάχιστο διψήφιο αριθμό  βγάζουν τέσσερα ομορφότατα χρόνια, μακριά από μιζέριες, κατσουφιασμούς και έννοιες.


(μεγάφωνο και αναγγελία αναχώρησης. Τυχαία μπαίνουμε και στο ίδιο λεωφορείο. Εγώ θέση 15. Αυτός τέρμα πίσω. Γυρνώ σε πραγματικό χρόνο και τον κοιτώ, μου χαμογελάει. Και εγώ!)


Αυτό λοιπόν ήταν το τέλος! Και αυτό ήθελα! Ήθελα δικούς μου ανθρώπους δίπλα μου. Ήθελα να μπορώ στην επιστροφή να κοιτώ κατάματα τους πάντες χωρίς καμία ενοχή ή θλίψη. Ήθελα να με κοιτούν χωρίς κλαψομουνιάστικες συμπόνιες και πεθαμένες χαιρετούρες, αηδίες αντίο και καταλληλότητα του κώλου. Ήθελα αποχαιρετιστήριο χωρίς φανφάρες και ακρότητες. Και τα έκανα ΌΛΑ!

Ήθελα όμως και να είχα αφήσει κάτι στην πόλη που ανδρώθηκα. Κάτι καλό και μικρό. Και σήμερα, κυριολεκτικά μια ανάσα πριν εγκαταλείψω, ΗΤΑΝ ΕΔΩ! Φόραγε μαύρη μπλούζα, ήταν από χωρίο, αφηγούταν για καιρό φτιαγμένες δικές μου -και του συγκάτοικου- ιστορίες και με κοίταγε με βλέμμα θαυμασμού! Εδώ λοιπόν λες, δεν παίζει, κάτι εξωπραγματικό γίνεται σήμερα, κάποιος το έστειλε. Λες και ξαφνικά συνωμότησαν άγνωστες δυνάμεις για να αλλάξεις το τέλος! Λες και βρήκες το πλήρωμα του χαμένου σκληρού σου δίσκου!

 Ή -ίσως- μου άξιζε αυτό το τέλος.



Η ιστορία που μόλις αναγνώσατε είναι ακριβώς γραμμένη από την πρόσφατη πραγματικότητά μου, γραμμένη επί της εθνικής οδού, ενδεχόμενα η πλέον αληθοφανής όλων, κακώς σε πρώτο ενικό και χωρίς μηρυκασμό! Ελπίζω να μην το ξανακάνω!




Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Και μετά, και μετά…

Σα βγεις στον πηγαιμό για Αγρινιάρα να είναι μακρύς ο δρόμος!
Τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες μην τους φοβάσαι

Και μετά τί μένει;

Ξέρω ‘γώ τί μένει; Μια ανάμνηση καλή, μειδιάματα κλαυσίγελων σε  μελλοντική συνάντηση, επαφές αχρησιμοποίητες στο κινητό και μερικά τσιγάρα που δεν έκανες. Έπειτα όλοι θα είναι εκεί, σε ένα μακρύ μνημόσυνο εν ζωή.

Κρατάω τα πάντα και δεν μετανιώνω για τίποτα, δεν αδίκησα κανέναν εν γνώσει μου και οι επιλογές μου και η διαχείριση των κρίσεών μου –θέλω να- πιστεύω πως ήταν πάντα οι σωστές.

Κρατάω ΦΙΛΟΥΣ. Κρατάω Γιάννη, Τζένη, Σιδερή, Ελένη, Ελένη, Γιάννη, Ακριβούλα, Σούλα, Ειρήνη, Χρήστο, Ηλία, Χριστιάνα, Κώστα άλλους τόσους και άλλους τόσους και άλλους τόσους!

Κρατάω κακές στιγμές και προδοσία (προδοσίες) μιας νύχτας. Μόνο από κει θα μάθεις!

Κρατάω πόνο και άσχημες νύχτες.

Κρατάω ιστορίες που θα διηγούμαι στο υπόλοιπο

Τους έρωτες. Το ξενέρωμα

Κρατάω τα μεθύσια, σαν το σημερινό.

Τα τσιγάρα στην Αγία Μαρίνα



‘Ό,τι απομένει έιναι μια συνάθροιση Σαραντάριδων… (Δ.Σαββόπουλος)’

«… αλλά θα είμαι πάντα εκεί. Έτσι απλά…»

Χα!

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Πληθωρισμός

Πόσο προσπάθησα, να δεις, να γίνω εγώ ο κερδοσκόπος στις ελλειμματικές νύχτες σου, στις χρεωμένες μ’ έρωτα ημέρες!

Παίρνω για αντιδάνειο τη σκέψη σου, τους λαθεμένους δρόμους σου, το χωρίς ουσία μέλλον σου, την άχρηστη ζωή σου. Θα στα επιστρέψω με αγάπη.

Για τη φεγγαρόπετρα ψήφιζα, ψηφίζω και θα ψηφίζω ΥΠΕΡ. Και ΚΑΤΑ των ιδεών μου


Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Ένθα ως δίκαιος αναπαύομαι

Άντε να λύσουμε, να ξεκινήσουμε, και τους βαρέθηκα, δεν τους μπορώ!

Κατέληξα!

Αλήθεια, πότε; Χαμπάρι δεν πήρα! Να δεις αύριο θα δω τα Σεραφείμ! Πάντως καμία σχέση με το πώς τα περιγράφουν. Περνάει, λέει, η ζωή σου σαν ταινία και μαλακίες! Και πως να πιστέψουμε για πράγματα που λένε άνθρωποι και δεν τα έχουν κάνει; Πώς να πιστέψεις ένα θνητό να σου μιλάει για θάνατο όταν ο ίδιος είναι ζωντανός;

Τίποτα δεν κατάλαβα. Και εδώ που τα λέμε, ούτε καν καταλαβαίνεις πώς φτάνεις να πεθάνεις. Ξυπνάς μόνος και νιώθεις σαν όπως όλες τις μέρες. Σαν βγεις όμως έξω στη ζωή –γιατί εδώ μέσα ζωή δεν είναι-  εκεί συνειδητοποιείς την τραγική σου κατάσταση. Βρίσκεσαι ακόμα εδώ και ακούς το μνημόσυνό σου, τα καλά σου και τα όμορφα· μόνο αυτά, ναι. Τα άλλα μετά από τον θάνατό σου πάντα παραγράφονται!

Αλήθεια, δικαιώθηκα; Με νοιάζει; Η διαφορά της δικαίωσης μεταξύ του νεκρού από το ζωντανό, είναι ότι ο ζωντανός τη διεκδικεί πάντα, μα στο τέλος του είναι άχρηστη. Η δικαίωση για τον ζωντανό είναι μια πλάνη, γιατί και να δικαιωθείς σε κάτι, τίποτα δεν αλλάζει. Το Δίκαιο και την αδικία, όπως την ηθική και την ανηθικότητα την αναμετράει κανείς στον εαυτό του και δεν χρειάζεται όλα αυτά να τα κάνεις φανφάρες για μποζεριά! Άκου και μένα που βρίσκομαι σε άλλο κόσμο. Αυτά είναι  τα μάταια.

Λέξη πλανεύτρα η δικαίωση! Όταν τη λάβεις, θαρρείς αλλάζουν τα πράγματα στις ψυχές των ανθρώπων· κι όμως δεν συμβαίνει. Σαν κείνο το επίρρημα που χρησιμοποιούν οι ζωντανοί, το αρκετά. Όταν το ακούς, νομίζεις προσδιορίζει το ρήμα της πρότασης και του προσθέτει. Χα! Το αντίθετο είναι! Γι’ αυτό φίλε, άμα ακούς πως σ’ αγαπάνε αρκετά, γίνε λίγο επιφυλακτικός.

Αλήθεια τί μου λείπει; Πάντως είμαι αρτιμελής! Κείνο που μου λείπει όμως, όταν ήμουν ζωντανός, είναι που δεν άκουσα το σ’ αγαπώ από κει που θα μου έπρεπε. Είναι που στο τέλος δεν ήσουν εδώ. Και αν δεν ήσουν στο τέλος, τι να τις κάνω τις σπαραξικάρδιες κραυγές σου πάνω απ’ το μνήμα; Γι’ αυτό φίλε, να λες το σ’ αγαπώ πάντα εκεί που το νιώθεις. Και εκεί που δεν αξίζει, να μη δίνεις ευκαιρίες. Γιατί ακόμα και να τη δώσεις, ακόμα και αν δικαιωθείς στο μέλλον, οι άνθρωποι δεν αλλάζουν.


Είμαι σίγουρος. Δεν είναι η αρχή του τέλους. Είναι το τέλος της αρχής.



Πάντως προσπάθησα αρκετά




Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Μικρή παρερμηνεία στην επιστροφή του Οδυσσέα

Ραψωδία πριν το τέλος


… και ακουμπά με κούραση, κεφάλι γερασμένο
στην πολυθρόνα την πλατειά, την όνειρα φτιαγμένη
απ΄ του αντρός της μαστοριά, του πολυμήχανου Οδυσσέα.
Πόσες φορές την ελησμόνησε, πόσες την ελυπήθη
που χαρές και τούτη δεν εγνώρισε, μονάχα των μνηστήρων
τα γέλια και τους εμπαιγμούς, τη μέθη και τα κόλπα.
Σκύβει λοιπόν νωχελικά στα χέρια του Οδυσσέα
και αμέσως ορίζει διαταγή σιμά στη Βρισηίδα
να κλείσει την αγκλαμανή, κανείς να μη προβάλλει .
«Για κοίτα με λοιπόν εσύ, μπορείς να με κοιτάζεις;
Μπορείς να πεις το Σ΄ αγαπώ; Μπορείς να τραγουδήσεις;
Για μένα όχι, μη ρωτάς, εγώ περνοδιαβαίνω
σε δρόμο άστρωτο, τραχύ σε μοίρα όχι από κείνη
που σε βοήθησε το δρόμο σου και ήβρες.
Πόσες ζωές χρειάζομαι ζωή να σου εξιστορήσω;
Αγάπη! Πώς να μπορέσω άραγε ξανά τη λέξη αυτή
στα μάτια μου να πιάσω; Ήμουνα λέει εγώ πιστή;
Δεν ήμουνα σου λέω. Γιατί πιστή αν ένιωθα
στον τόπο τούτο, κακές σκέψεις δεν θα έκανα.
Παράχραντοι μνηστήρες δε με βόλεψαν, λαγνεία δε γνωρίζω
και τον Τηλέμαχο, το γιό, στον όρκο μέσα βάζω.
Πες του, Θεά, πόσο πιστή, εργάστηκα σκληρά
και πόθησα να δείξω! Δεν ήμουν ταίρι μου πιστή,
γιατί το βράδυ σαν ερχόταν, τα νιάτα μου εχάριζα
σε σκέψεις άσχημες· και προς κακό δικό σου.
Ερχόταν βράδυ ο Ερμής και μου ’λεγε τα κατορθώματά σου,
ταξίδια όλο θύμισες, φουρτούνες και μποφόρια.
Τα ζήλεψα, ακούς, όλα αυτά, σε ζήλεψα και σένα
και όχι για τις ηδονές  που ένιωσες στα πέλαγα,
μα γιατί το ταξίδι αυτό μόνο δικό σου ήταν.
Εσύ ταξίδευες, εγώ; Μόνη χαρά που τρύγησε  
την άδεια μου τη σκέψη, ήταν τον Τηλέμαχο
όλα τα χρόνια σκληρό να τον ανδρώσω.
Δεν ήμουν Πηνελόπη εγώ, όταν του μάθαινα
των γυναικών τη γλύκα, και της ζωής τ΄ απρόσμενα
όλα χαρές και λύπες· όρκους του χάριζα πολλούς
στης Αθηνάς το δόρυ και άλλα πολλά, για σένα, όλους.
Δεν ήμουν Πηνελόπη εγώ, μονάχα Οδυσσέας.
Θυμάσαι; Νιώθεις; Εφτά χρόνια περάσανε νομίζω,
είπα εφτά, δεν έσφαλα, εφτά, τα τελευταία.
Αυτά με πόνεσαν πολύ, αυτά με ‘κάναν μάνα·
κι είχα περίσσιες αρετές για να σου δώσω.
Είχα μαλλιά ξανθά και χέρια κόκκινα,
είχα τη μυρουδιά της θάλασσας, του αμπελιού αέρα
και της στεριάς τη λήθη φορούσα μες στο ψέμα μου.
για σένα ήτανε αυτά· τα νιάτα μου. Και οι εμπειρίες όψιμες,
 γιατί ποτέ δεν ήσουνα εκεί που δε θυμάμαι.
Περνούσε πλήθος καλοθελητών, δικών σου μαθητάδων
και μού ‘λεγε παντρέψου εσύ και κείνος  στον Άδη, Θεέ,
να δεις που βρίσκεται με όνομα τιμής και πως χαρά θα έδινα
στο Βασίλειο ετούτο. Δεν δέχθηκα ποτέ κανείς, κανείς
τη σκέψη μου να αλλάξει και να αρνηθώ τον έρωτα,
τον έρωτα που ένιωσα· και το τρεμουλιτό ειλικρινές
τα χρόνια της αγάπης μας. Και ποιο το νόημα, μου λες,
μπορείς να με κοιτάξεις; Πολλή ζωή την ξόδεψα
στον αργαλειό· και γιόμισα ρυτίδες. Το σπίτι μας
το κοίταξες; Τη γνώρισες τη δάφνη; Γίνηκε δέντρο
και σκοτείνιασε της θάλασσας τη θέα.
Και άλλος δεν επέρασε τη στέγη μας, μόνο της βροχής σταγόνες
και  οι κορκόφυλλοι, να μου θυμίζουν πως κάποτε
ξανά θ’ ανταμωθούμε. Κοίταζέ με όσο μπορείς
σαν όταν το ταξίδι σου φοβόσουν να τελειώσει,
εμένα είπα να κοιτάς, κοίτα με εμένα»
Και τούτα εξεστόμισε μονάχα η Πηνελόπη
και κείνος μιλιά δεν είχε· μόν’ ένα βλέμμα
άστατο. Kαι μια ζωή για λήθη…   





Την κακή χρήση της γλώσσας
και την παραπληροφόρηση
επιμελούμαι & αναλαμβάνω ο ίδιος
Παράχραντος

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

Παραμύθι {όμοιος στον όμοιο}

Γνώρισα μια φορά ένα είδος ανθρώπου και αμέσως το αγάπησα! Δεν ήταν ένας άνθρωπος κοινός, σαν όπως είμαστ’ όλοι εμείς, ήταν αλλόκοτος. Ήταν άδειος! Κενός!

Φόραγε ρούχα κανονικά, έτρωγε ό,τι και μείς και συνήθιζε να συχνάζει στα στέκια τα δικά μας. Ήταν και όμορφος πολύ! Κανείς δεν το καταλάβαινε το πρόβλημά του. Είχε ρυθμίσει τη ζωή του έτσι, ώστε να φαίνεται ότι όλα λειτουργούν φυσιολογικά (σσ: μεταξύ μας, τον βοηθούσαν τα πλασματάκια της νύχτας, αυτά που βγαίνουν όταν κοιμόμαστε. Ερχόταν κάθε βράδυ και του έδιναν δάκρυα και έλουζε το πρόσωπό του, του δίναν ένα ρητό και αυτά για αντάλλαγμα έπαιρναν γλυκά και σοκολάτες).

Κενός! Τι παναπεί; Κανείς δεν ήξερε να πει, μόνο ο ίδιος. Άλλος έλεγε κενός είναι αυτός που δεν αγαπά και ποτέ του δεν αγάπησε, ένας άλλος είπε ότι αγάπησε μόνο τον εαυτό του, η γιαγιά μου είπε αυτός που δεν κάνει μόνος σκέψεις, ένας άλλος -που δεν τον ξέρετε- μου είπε, ότι κενός είναι αυτός που σκέφτεται να βάλει status στο ίντερνετ και τελικά δεν τα καταφέρνει, ή εν πάσει περιπτώσει αυτό έχει ως σκοπό ύπαρξης.

Ξύπναγε λοιπόν και κοιμόταν χωρίς σκοπό και την ημέρα την περνούσε με κόσμο σαν κι αυτόν, σχεδόν κενό.  Για τους υπόλοιπους δεν είχε ούτε δευτερόλεπτο, ούτε λίγο ψωμί. Πώς να χει άλλωστε, εδώ που τα λέμε; Πώς να τους καταλάβει; Δίπλα του πάντα εκείνα τα κορίτσια της συγγνώμης που τα τραγουδάμε και τα συγχωράμε σε κάθε λάθος, φουστάνια άχρωμα.

Μια νύχτα όπως η σημερινή έτυχε διαβάτης έξω στην πόρτα του!

-Ψιτ φίλε! Έλα από δω λίγο. Θέλω να σε θαυμάσω λίγο για αυτά που βλέπεις στους δρόμους γυρνώντας, μα και για αυτά που σε έκανε η ζωή σου να αισθάνεσαι.

-Καθένας έχει νιώσει, απάντησε ο διαβάτης.

-Εγώ καλέ μου δεν μπορώ, έχω κατάρα και ευχή να μη μπορώ να νιώσω.

-Ε, τότε σου πουλώ εγώ· όλα αυτά που έζησα, άλλα τόσα που πόθησα και της ζωής τις λύπες. Σου δίνω και αρετές πολλές από την εποχή που ανδρώθηκα μέσα στου δρόμους. Σου δίνω κλάμα της μαμάς μου και γέλιο των φίλων μου. Σου δίνω αγάπη να μπορείς να τη μεταφέρεις στον πλησίον. Ό,τι θες! Μόνο με μια συμφωνία: κάθε που θα πηγαίνει δώδεκα και σταματώ το περπάτημα στο δρόμο, εμένα να θυμάσαι. Και αν μπορείς να σταματήσεις την παλιά σου τη ζωή, να γίνεις τρανός και δυνατός και να αλλάξεις τις παλιές συνήθειες.

Ο φίλος μας το σκέφτηκε πολύ. Στην αρχή του φάνηκε υπέροχη ιδέα! Το ξανασκέφτηκε όμως αρκετά. Δεν δείλιασε και του είπε φωναχτά:

-Δεν ξέρω αν αυτά που λες μπορούν να γίνουν, κι αν όντως με καλό σκοπό υπήρξες στη ζωή μου, αυτό που ξέρω μόνο εγώ είναι πως αν το παρελθόν μου απαρνηθώ και αν σε άλλο δρόμο με στείλεις να ορίσω, πώς θα δώσω πρώτα την αγάπη σε κάποιον που δεν ξέρω; Δεν θα το κάνω τούτο που ζητάς, γιατί πολύ απλά, αν μπορούσα κάποιον να αγαπήσω αυτό θα ήταν το παρελθόν μου και κείνο δεν το απαρνιέμαι. Άσε με λοιπόν στη μοίρα μου και μην ξανάρθεις!

Η αλήθεια λοιπόν και το δίκαιο είναι κάπου στη μέση για τον ήρωα μας και το τέλος της ιστορίας παντελώς άγνωστο και πουθενά γραμμένο.



Αν έχετε ποτέ νιώσει, έστω και για λίγο όπως ο ήρωας πριν, δεν είν’ τυχαίο


Ευχαριστώ πραγματικά πολύ κόσμο που ‘μου δίνει υλικό’ για να μηρυκάσω με τη ησυχία μου!

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Σε ξαναείδα

Άλλαζα λωρίδα και ήσουν στο νεκρό σημείο του καθρέφτη, είχα όμως προτεραιότητα.


Συναντηθήκαμε ξανά· χρησιμοποίησα όσα ψέματα μπορούσα, δεν το ‘χα ξανακάνει. Τα λάθη σου όμως ήταν πιο μεγάλα.


Πάρε τηλέφωνο και βρες δικαιολογία πως δεν μπορείς. Εγώ ξέρω το αντίθετο. Αυτό μου φτάνει.



ο Κώστας Καρυωτάκης στον Μιλτιάδη Μαλακάση

***


Μικρή Ασυμφωνία εις Άλφα μείζον

Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος θα βρεθή να μας δικάση,
μικρόν εμέ κ' εσάς μεγάλο,
Ίδια τον ένα και τον άλλο;
Τους τρόπους, το παράστημα σας,
το θελκτικό μειδίαμά σας,
το monocle που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο στο πλάι,
και μόνο αυτούς να xαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα
από τη μια μεριά να βάλη
της ζυγαριάς' κι' από την άλλη
πλάστιγγα, να βροντήσω κάτου,
-μισητό σκήνωμα, θανάτου
άθροισμα, συντριμμένο βάζον-
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος τελευταίος θα γελάση;


από τη συλλογή "Ελεγεία και Σάτιρες"

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Το εξώφυλλο που απορρίψαμε

Ο τίτλος του συγκεκριμένου ήταν έτοιμος μήνες πριν, πριν ακόμα φανταστώ ότι θα έκανα αυτή τη σελίδα. Το περιεχόμενο ήξερα τι θα περιείχε. Αυτό που δεν ήξερα, ήταν πώς θα το γράψω. Μερικές φορές στη ζωή ενός ανθρώπου χρειάζεται ένα γερό σκούντημα για να κάνεις τη δρασκελιά· για μένα είναι ένα καλό μεθύσι! Μηρυκάσαμε αρκετά σε μια νύχτα δίχως νόημα και η γραφή του έγινε βατή!

Το μεθύσι! Τί να πρωτοπείς! Ξεκινάς να γράφεις και συνειδητοποιείς στα μισά της πρότασης ότι ξέφυγε ο αντίχειρας και πάτησε τα κεφαλαία! Και σβήνεις. Και ξαναγράφεις. Αυτά που έγραψες την πρώτη φορά ήταν αρκετά καλύτερα με το τωρινό αποτέλεσμα αλλά δε γαμιέται, νύχτα είναι, θα περάσει. Σπίτι μόνος, ένας βασιλικός στο παράθυρο απότιστος, ο ήχος του ψυγείου και το σιντριβάνι στην πλατεία αποκάτω να το κοιτώ και να γυρίζει. Λες και σήμερα το αφήσανε επίτηδες ανοιχτό!

Αλίμονο αν δεν μπορείς να περιγράψεις την κατάσταση που βρίσκεσαι· πολύ περισσότερο αλίμονο αν θες να γράψεις κάτι και φοβάσαι. Δεν είναι μάλλον φόβος, είναι η δειλία που περιγράφεται στα προηγούμενα. Μάλλον είναι και φόβος, δεν ξέρω. Είναι αυτό που με τόσο κόπο απέκτησες και δεν θες να το χάσεις γιατί κρατάς το χαρακτήρα του καλού. Γυρίζω πίσω και επικαλούμαι την παρένθεση, από κει που ξεκινώ. Από τον τόπο που κατάγομαι· είναι ο μοναδικός τόπος που γνώρισα στη ζωή μου, που τον αγάπησα και τον μίσησα ταυτόχρονα με το ίδιο πάθος. Αναγνωρίζω όμως, ότι είναι από τις ελάχιστες περιοχές -μην πω μοναδική- που δε σε νοιάζει να φτιάξεις την εικόνα σου και τρελαίνομαι για τον κόσμο που βρίσκεται εκεί να μην ξέρει τι σημαίνει «χτίζω-την-εικόνα-μου-στους-φίλους-μου-και-παραέξω».

Βαρέθηκα φίλους της νύχτας, φίλους που τους έχεις για να περάσεις τη βραδιά. Όλοι για ποτάκι καλοί είναι, είπα κάποτε. Και εδώ, στου δρόμου το εν’ τέταρτο νιώθω ταυτόχρονα τυχερός που γνώρισα έστω και λίγους που μπορώ να τους ονομάσω αδέρφια. Και εννοείται δεν εννοώ αυτούς που σε βαράνε στην πλάτη και σε ρωτάνε, τί έχεις φίλε, με κείνο το βλέμμα το κλαψομουνιάστικο που μόνο για μπάτσες είναι, αλλά τους άλλους που δεν χρειάζεται καν να σε ρωτήσουν κάτι γιατί ήδη το έχουν διαβάσει στα μάτια σου, το έχουν μυρίσει στα ρουθούνια σου.

Χτες είδα μια γαρδένια στην Αγία Βαρβάρα σε μια γλάστρα από τενεκέ, ένιωσα εγώ. Αμέσως είπα να τη βγάλω φωτογραφία, δεν είχα όμως φωτογραφική. Ελπίζω να την έχω σε επόμενη ανάρτηση. Είναι σαν το εξώφυλλο που απέρριψες ακριβώς ανάλογο. Ένα φυτό που θες να καρπωθείς το άρωμά του, που θες να τραγουδήσεις με το χρώμα του. Και η βάση του; Ένας τενεκές γεμάτος σκουριά που διαφημίζει ένα όνομα φέτας! Εκεί το απορρίπτεις.

Πόσο θράσος χρειάζεσαι λοιπόν σαν προσωπικότητα, να μπορείς να χρησιμοποιείς προς όφελός σου έναν άλλον άνθρωπο; Να πιστεύεις ότι είναι σε κάθε περίσταση διαθέσιμος, και όταν πραγματικά δεν είναι να ελίσσεσαι και να ζητάς άλλονα!

Δεν είναι όμως αυτό που προσωπικά με θλίβει. Δεν είναι ακόμα ακόμα που χάρηκα όταν κέρδισα ένα πόλεμο χωρίς νόημα. Είναι που ακόμα βρίσκομαι εδώ, είναι που ποτέ δεν κράτησα να καταλάβεις λάθη, είναι που ποτέ δεν τα κατάλαβες, είναι που ακόμα εξακολουθείς να τα υποστηρίζεις, είναι που θα είσαι στο επόμενο φορμάτ μου.

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Ο χρόνος. Η δειλία. Τ’ ανδρείκελα.

Γενική πρόβα και ηθογραφίες σε πράξη



Δεν έχουν μείνει ούτε οκτώ τσιγάρα, δεν έχουν μείνει παρά μόνο κάποιες χιλιάδες ανάσες. Και μετά το κουδούνι του κυρίου Σπύρου, το τηλέφωνο: ‘παιδιά στηθείτε, σε πέντε αυλαία’! Η αδρεναλίνη, το τρέμουλο και η μυρωδιά της μούχλας. Μάτια χαραγμένα με μολύβι και ο φωτισμός! Το πρώτο χειροκρότημα.


Πολλαπλασιάζεις το πρότερο αποτέλεσμα επί τέσσερα, όσα τα χρόνια που επαναλαμβάνεις την ίδια διαδικασία, προσθέτεις τα χαμόγελα, το άγχος να ακούσεις το υποβολείο, τους εναγκαλισμούς και βγάζεις το χρόνο που ξόδεψες στο θέατρο.


Έτσι μετρώ το χρόνο. Ανάσες, στιγμές και αναμνήσεις. Αναμνήσεις όχι απαραίτητα καλές εννοείται. Μίλαγα τις προάλλες με έναν φίλο που εξυμνούσε τον πανδαμάτορα χρόνο. Βασικά δεν μίλαγα, μονόλογο έκανα. Δεν ήθελα να ακούσω ούτε ένα επιχείρημα, ήμουν σίγουρος. Ο χρόνος δε δαμάζει τίποτα. Τίποτα απολύτως! Είναι απλά ένα καλό αναλγητικό για τις αναμνήσεις μας. Τις παίρνει, τις τοποθετεί σε ένα βαθύ κέντρο του εγκεφάλου, έπειτα μας ναρκώνει και η συνέχεια γνωστή. Όταν σαν άνθρωπος συναριθμείς τόσο μεγάλες αναμνήσεις, τόσο μεγάλα οικογενειακά δεινά, απειράριθμα προβλήματα και κάποιους έρωτες, ξέρεις να βάζεις το χρόνο στην άκρη. Έχεις τον τρόπο σου.


Ο καθένας μετρά το χρόνο αλλιώς. Τον ορίζει ανάλογα με τη δουλειά του, με τα βιώματά του και τις εμπειρίες. Με την αλληλουχία του γενετικού του υλικού. Με το έθος. Ο επιστήμονας τον μετρά με βάση το κλάσμα της απόστασης που διανύει το φώς από τον ήλιο σε ένα πλανήτη. Ο αγρότης με την περιοδική διάρκεια του ανθίσματος της ντομάτας, ο λαχειοπώλης από Τρίτη σε Τρίτη που κληρώνει. Πώς λοιπόν αφού όλοι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται διαφορετικά το χρόνο, βρίσκουν κοινή συνισταμένη μια χιλιοειπωμένη μαλακία ότι ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα;
Πώς άλλωστε μπορεί να μας γιατρέψει ο πόνος σε μια απώλεια; Την απώλεια την αντιλαμβάνεσαι με την πάροδο του χρόνου και δε συμβιβάζεσαι ποτέ. Ίσα ίσα, το αντίθετο συμβαίνει με το χρόνο.

Μίλησα όμως για χρόνο….

Κάποια χρόνια πριν, με αφορμή κάποια οικογενειακή αναστάτωση, ξεκίνησα να γράφω ένα βιβλίο, μυθιστόρημα. Οι χαρακτήρες καθημερινοί, τύποι που σε σπρώχνουν στο μετρό, άλλοι που παραμιλούν στο δρόμο. Το βιβλίο ήθελα να μοιάσει χαρακτηριστικά σε ένα μυθιστόρημα που είχα διαβάσει την εποχή εκείνη, τις Κάργιες της Αλκυόνης Παπαδάκη. Στη μέση του, με πρόλαβε ένα βιβλίο του πατέρα μου, για τους κορυδαλλούς. Βιβλίο χωρίς τέλος, που έπρεπε -λέει- να το τελειώσω εγώ. Η μοίρα όμως με βοήθησε και τα δύο βιβλία χάθηκαν σε ένα σπασμένο σκληρό δίσκο, μαζί με όλο το αρχείο που τα ακολουθούσε· μένουν μόνο κάποιες συστάδες κακογραμμένων τετραδίων στις βιβλιοθήκες μου.


Κοίτα να δεις, άμα σε θέλει, σκέφτηκα! Κείμενα και σκέψεις, χαρακτήρες ανθρώπων και χιλιάδες γραμμές δικαίου και αδίκου να χαθούν! Τραγικό; Όχι ρε φίλε, καθόλου! Αλλάζεις. Και αυτό είναι το σωστό! Θάρρος, είπε (θαρρώ) ο Νίτσε χρειάζεσαι όχι να διατηρείς μία γνώμη, θάρρος χρειάζεσαι να την αλλάζεις. Γι’ αυτό, επειδή τα συντάγματα, οι καιροί και οι γνώμες μας αλλάζουν καλό είναι πού και πού να κρατάμε και μια πισινή, να ‘σπάμε’ και κάνα σκληρό!

Το μόνο που θα κρατήσω σήμερα από την ‘οικογενειακή’ μανία συγγραφής της εποχής εκείνης, είναι ο κοινός πρόλογος που είχα ετοιμάσει:

Τελικά για μένα, κινητήριος δύναμη στην ακινησία του ανθρώπου είναι η δειλία. Το θεαθήναι. Τ’ ανδρείκελα.




Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Σε είδα

Ήρθες κάποια χρόνια πριν στο μαγαζί, μιλήσαμε. Είχες όσα ήθελα, το κατάλαβα μετά.

Ήρθες ξανά αργότερα, αλητέψαμε. Είχες τα πάντα, δεν το ήξερες και ζήταγες παραπανίσια.

Έρχεσαι τώρα κάθε πρωί στο μαγαζί, γελάμε. Δεν έχεις τίποτα, νομίζεις έχεις τα πάντα.


Σου δίνω τηλέφωνο και msn. Δεν θέλω να ξανάρθεις.

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Θέσεις

Υποθέσεις

Σύννεφα και βροχή, νιώθω να με ακολουθούν από πόλη σε πόλη. Μεγάλη Παρασκευή ξημέρωμα και κάτι. Τα γνωστά, όλα. Αλλά και πίσω να ‘μουνα, το ίδιο θα παίζε! Δε σκας; Γυρίζω από ποτό, με παρέα όλα τα διαφορετικά είδη φαλλοκράτη. Ανήκω. Το προσπερνώ και απολαμβάνω. Πάντα έτσι δεν γίνεται;

Διαθέσεις

Διαθέσεις, ΝΑΙ. Γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις διατίθεσαι. Δεν προτίθεσαι!

Αντιθέσεις

Δυο ποτάμια, μια νύχτα. Είσαι συ; Που πας; Αλλού σε γνώρισα και αφού σε άλλο δρόμο σκύβεις το κεφάλι δεν θα με βρεις εκεί. Ποτέ δεν ήρθα. Ποτέ! Ούτε εγώ ήμουν αυτός!

Επιθέσεις

Παρασκευές αργότερα είσαι ξανά στα ίδια. Προχώρα ρε, ρίξε ένα ψέμα, είναι ανάγκη ένα ψέμα εδώ. Τον εαυτό σου καταστρέφεις. Και αφού δεν μπόρεσες να αδράξεις πολλών τις ευκαιρίες, στείλε ένα ψέμα. Ψέμα και στους φίλους, γκρέμισέ το!

Συνθέσεις

Ξέρεις μόνο γιατί λυπάμαι; Για το κήδος που χρειάστηκες και δεν το ζήτησες. Και ήθελα να σου χαρίσω πολλά. Να σου πετάξω στο μωσαϊκό την πνευματική μου ιδιοκτησία· από κει δεν γίνεται πια να μείνεις, δεν μπορείς -χειρότερα- να φύγεις. Κοιτιέσαι στον καθρέφτη, μυρίζεις πατρίδα. Μέταλλο και τζάμι, κράμα. Είσαι εσύ.

Παρενθέσεις

Η πιο παρεξηγημένη είναι η παρένθεση· κανείς δεν δίνει τη βαρύτητα που θα έπρεπε να δώσει. Είναι κάτι που απορρίπτεις επικαλούμενος την αδιαφορία της ( Έστω να σε βοήθησε στο σκέφτομαι και γράφω). Κι όμως: είναι αυτή που πάντοτε σε βγάζει από μια δύσκολη θέση, αυτή που ενίοτε σε σώζει ή σε καταδικάζει, αυτή που σε προσδιορίζει και ταυτόχρονα σε ορίζει. Φαντάσου τον κόσμο και την ζωή χωρίς παρενθέσεις! Άχρωμη, άγευστη, σκληρή. Αν ήταν έκθεμα στο μουσείο, θα ήταν αυτή που νωχελικά κοιτάζουμε και προσπερνάμε για το επόμενο. Σε έχτισε όμως μαλάκα, μην το ξεχνάς.

Δεν ξέρω, δεν κατάλαβα, δεν είδα. Αν αυτό σε ικανοποιεί