Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Το εξώφυλλο που απορρίψαμε

Ο τίτλος του συγκεκριμένου ήταν έτοιμος μήνες πριν, πριν ακόμα φανταστώ ότι θα έκανα αυτή τη σελίδα. Το περιεχόμενο ήξερα τι θα περιείχε. Αυτό που δεν ήξερα, ήταν πώς θα το γράψω. Μερικές φορές στη ζωή ενός ανθρώπου χρειάζεται ένα γερό σκούντημα για να κάνεις τη δρασκελιά· για μένα είναι ένα καλό μεθύσι! Μηρυκάσαμε αρκετά σε μια νύχτα δίχως νόημα και η γραφή του έγινε βατή!

Το μεθύσι! Τί να πρωτοπείς! Ξεκινάς να γράφεις και συνειδητοποιείς στα μισά της πρότασης ότι ξέφυγε ο αντίχειρας και πάτησε τα κεφαλαία! Και σβήνεις. Και ξαναγράφεις. Αυτά που έγραψες την πρώτη φορά ήταν αρκετά καλύτερα με το τωρινό αποτέλεσμα αλλά δε γαμιέται, νύχτα είναι, θα περάσει. Σπίτι μόνος, ένας βασιλικός στο παράθυρο απότιστος, ο ήχος του ψυγείου και το σιντριβάνι στην πλατεία αποκάτω να το κοιτώ και να γυρίζει. Λες και σήμερα το αφήσανε επίτηδες ανοιχτό!

Αλίμονο αν δεν μπορείς να περιγράψεις την κατάσταση που βρίσκεσαι· πολύ περισσότερο αλίμονο αν θες να γράψεις κάτι και φοβάσαι. Δεν είναι μάλλον φόβος, είναι η δειλία που περιγράφεται στα προηγούμενα. Μάλλον είναι και φόβος, δεν ξέρω. Είναι αυτό που με τόσο κόπο απέκτησες και δεν θες να το χάσεις γιατί κρατάς το χαρακτήρα του καλού. Γυρίζω πίσω και επικαλούμαι την παρένθεση, από κει που ξεκινώ. Από τον τόπο που κατάγομαι· είναι ο μοναδικός τόπος που γνώρισα στη ζωή μου, που τον αγάπησα και τον μίσησα ταυτόχρονα με το ίδιο πάθος. Αναγνωρίζω όμως, ότι είναι από τις ελάχιστες περιοχές -μην πω μοναδική- που δε σε νοιάζει να φτιάξεις την εικόνα σου και τρελαίνομαι για τον κόσμο που βρίσκεται εκεί να μην ξέρει τι σημαίνει «χτίζω-την-εικόνα-μου-στους-φίλους-μου-και-παραέξω».

Βαρέθηκα φίλους της νύχτας, φίλους που τους έχεις για να περάσεις τη βραδιά. Όλοι για ποτάκι καλοί είναι, είπα κάποτε. Και εδώ, στου δρόμου το εν’ τέταρτο νιώθω ταυτόχρονα τυχερός που γνώρισα έστω και λίγους που μπορώ να τους ονομάσω αδέρφια. Και εννοείται δεν εννοώ αυτούς που σε βαράνε στην πλάτη και σε ρωτάνε, τί έχεις φίλε, με κείνο το βλέμμα το κλαψομουνιάστικο που μόνο για μπάτσες είναι, αλλά τους άλλους που δεν χρειάζεται καν να σε ρωτήσουν κάτι γιατί ήδη το έχουν διαβάσει στα μάτια σου, το έχουν μυρίσει στα ρουθούνια σου.

Χτες είδα μια γαρδένια στην Αγία Βαρβάρα σε μια γλάστρα από τενεκέ, ένιωσα εγώ. Αμέσως είπα να τη βγάλω φωτογραφία, δεν είχα όμως φωτογραφική. Ελπίζω να την έχω σε επόμενη ανάρτηση. Είναι σαν το εξώφυλλο που απέρριψες ακριβώς ανάλογο. Ένα φυτό που θες να καρπωθείς το άρωμά του, που θες να τραγουδήσεις με το χρώμα του. Και η βάση του; Ένας τενεκές γεμάτος σκουριά που διαφημίζει ένα όνομα φέτας! Εκεί το απορρίπτεις.

Πόσο θράσος χρειάζεσαι λοιπόν σαν προσωπικότητα, να μπορείς να χρησιμοποιείς προς όφελός σου έναν άλλον άνθρωπο; Να πιστεύεις ότι είναι σε κάθε περίσταση διαθέσιμος, και όταν πραγματικά δεν είναι να ελίσσεσαι και να ζητάς άλλονα!

Δεν είναι όμως αυτό που προσωπικά με θλίβει. Δεν είναι ακόμα ακόμα που χάρηκα όταν κέρδισα ένα πόλεμο χωρίς νόημα. Είναι που ακόμα βρίσκομαι εδώ, είναι που ποτέ δεν κράτησα να καταλάβεις λάθη, είναι που ποτέ δεν τα κατάλαβες, είναι που ακόμα εξακολουθείς να τα υποστηρίζεις, είναι που θα είσαι στο επόμενο φορμάτ μου.

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Ο χρόνος. Η δειλία. Τ’ ανδρείκελα.

Γενική πρόβα και ηθογραφίες σε πράξη



Δεν έχουν μείνει ούτε οκτώ τσιγάρα, δεν έχουν μείνει παρά μόνο κάποιες χιλιάδες ανάσες. Και μετά το κουδούνι του κυρίου Σπύρου, το τηλέφωνο: ‘παιδιά στηθείτε, σε πέντε αυλαία’! Η αδρεναλίνη, το τρέμουλο και η μυρωδιά της μούχλας. Μάτια χαραγμένα με μολύβι και ο φωτισμός! Το πρώτο χειροκρότημα.


Πολλαπλασιάζεις το πρότερο αποτέλεσμα επί τέσσερα, όσα τα χρόνια που επαναλαμβάνεις την ίδια διαδικασία, προσθέτεις τα χαμόγελα, το άγχος να ακούσεις το υποβολείο, τους εναγκαλισμούς και βγάζεις το χρόνο που ξόδεψες στο θέατρο.


Έτσι μετρώ το χρόνο. Ανάσες, στιγμές και αναμνήσεις. Αναμνήσεις όχι απαραίτητα καλές εννοείται. Μίλαγα τις προάλλες με έναν φίλο που εξυμνούσε τον πανδαμάτορα χρόνο. Βασικά δεν μίλαγα, μονόλογο έκανα. Δεν ήθελα να ακούσω ούτε ένα επιχείρημα, ήμουν σίγουρος. Ο χρόνος δε δαμάζει τίποτα. Τίποτα απολύτως! Είναι απλά ένα καλό αναλγητικό για τις αναμνήσεις μας. Τις παίρνει, τις τοποθετεί σε ένα βαθύ κέντρο του εγκεφάλου, έπειτα μας ναρκώνει και η συνέχεια γνωστή. Όταν σαν άνθρωπος συναριθμείς τόσο μεγάλες αναμνήσεις, τόσο μεγάλα οικογενειακά δεινά, απειράριθμα προβλήματα και κάποιους έρωτες, ξέρεις να βάζεις το χρόνο στην άκρη. Έχεις τον τρόπο σου.


Ο καθένας μετρά το χρόνο αλλιώς. Τον ορίζει ανάλογα με τη δουλειά του, με τα βιώματά του και τις εμπειρίες. Με την αλληλουχία του γενετικού του υλικού. Με το έθος. Ο επιστήμονας τον μετρά με βάση το κλάσμα της απόστασης που διανύει το φώς από τον ήλιο σε ένα πλανήτη. Ο αγρότης με την περιοδική διάρκεια του ανθίσματος της ντομάτας, ο λαχειοπώλης από Τρίτη σε Τρίτη που κληρώνει. Πώς λοιπόν αφού όλοι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται διαφορετικά το χρόνο, βρίσκουν κοινή συνισταμένη μια χιλιοειπωμένη μαλακία ότι ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα;
Πώς άλλωστε μπορεί να μας γιατρέψει ο πόνος σε μια απώλεια; Την απώλεια την αντιλαμβάνεσαι με την πάροδο του χρόνου και δε συμβιβάζεσαι ποτέ. Ίσα ίσα, το αντίθετο συμβαίνει με το χρόνο.

Μίλησα όμως για χρόνο….

Κάποια χρόνια πριν, με αφορμή κάποια οικογενειακή αναστάτωση, ξεκίνησα να γράφω ένα βιβλίο, μυθιστόρημα. Οι χαρακτήρες καθημερινοί, τύποι που σε σπρώχνουν στο μετρό, άλλοι που παραμιλούν στο δρόμο. Το βιβλίο ήθελα να μοιάσει χαρακτηριστικά σε ένα μυθιστόρημα που είχα διαβάσει την εποχή εκείνη, τις Κάργιες της Αλκυόνης Παπαδάκη. Στη μέση του, με πρόλαβε ένα βιβλίο του πατέρα μου, για τους κορυδαλλούς. Βιβλίο χωρίς τέλος, που έπρεπε -λέει- να το τελειώσω εγώ. Η μοίρα όμως με βοήθησε και τα δύο βιβλία χάθηκαν σε ένα σπασμένο σκληρό δίσκο, μαζί με όλο το αρχείο που τα ακολουθούσε· μένουν μόνο κάποιες συστάδες κακογραμμένων τετραδίων στις βιβλιοθήκες μου.


Κοίτα να δεις, άμα σε θέλει, σκέφτηκα! Κείμενα και σκέψεις, χαρακτήρες ανθρώπων και χιλιάδες γραμμές δικαίου και αδίκου να χαθούν! Τραγικό; Όχι ρε φίλε, καθόλου! Αλλάζεις. Και αυτό είναι το σωστό! Θάρρος, είπε (θαρρώ) ο Νίτσε χρειάζεσαι όχι να διατηρείς μία γνώμη, θάρρος χρειάζεσαι να την αλλάζεις. Γι’ αυτό, επειδή τα συντάγματα, οι καιροί και οι γνώμες μας αλλάζουν καλό είναι πού και πού να κρατάμε και μια πισινή, να ‘σπάμε’ και κάνα σκληρό!

Το μόνο που θα κρατήσω σήμερα από την ‘οικογενειακή’ μανία συγγραφής της εποχής εκείνης, είναι ο κοινός πρόλογος που είχα ετοιμάσει:

Τελικά για μένα, κινητήριος δύναμη στην ακινησία του ανθρώπου είναι η δειλία. Το θεαθήναι. Τ’ ανδρείκελα.




Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Σε είδα

Ήρθες κάποια χρόνια πριν στο μαγαζί, μιλήσαμε. Είχες όσα ήθελα, το κατάλαβα μετά.

Ήρθες ξανά αργότερα, αλητέψαμε. Είχες τα πάντα, δεν το ήξερες και ζήταγες παραπανίσια.

Έρχεσαι τώρα κάθε πρωί στο μαγαζί, γελάμε. Δεν έχεις τίποτα, νομίζεις έχεις τα πάντα.


Σου δίνω τηλέφωνο και msn. Δεν θέλω να ξανάρθεις.

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Θέσεις

Υποθέσεις

Σύννεφα και βροχή, νιώθω να με ακολουθούν από πόλη σε πόλη. Μεγάλη Παρασκευή ξημέρωμα και κάτι. Τα γνωστά, όλα. Αλλά και πίσω να ‘μουνα, το ίδιο θα παίζε! Δε σκας; Γυρίζω από ποτό, με παρέα όλα τα διαφορετικά είδη φαλλοκράτη. Ανήκω. Το προσπερνώ και απολαμβάνω. Πάντα έτσι δεν γίνεται;

Διαθέσεις

Διαθέσεις, ΝΑΙ. Γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις διατίθεσαι. Δεν προτίθεσαι!

Αντιθέσεις

Δυο ποτάμια, μια νύχτα. Είσαι συ; Που πας; Αλλού σε γνώρισα και αφού σε άλλο δρόμο σκύβεις το κεφάλι δεν θα με βρεις εκεί. Ποτέ δεν ήρθα. Ποτέ! Ούτε εγώ ήμουν αυτός!

Επιθέσεις

Παρασκευές αργότερα είσαι ξανά στα ίδια. Προχώρα ρε, ρίξε ένα ψέμα, είναι ανάγκη ένα ψέμα εδώ. Τον εαυτό σου καταστρέφεις. Και αφού δεν μπόρεσες να αδράξεις πολλών τις ευκαιρίες, στείλε ένα ψέμα. Ψέμα και στους φίλους, γκρέμισέ το!

Συνθέσεις

Ξέρεις μόνο γιατί λυπάμαι; Για το κήδος που χρειάστηκες και δεν το ζήτησες. Και ήθελα να σου χαρίσω πολλά. Να σου πετάξω στο μωσαϊκό την πνευματική μου ιδιοκτησία· από κει δεν γίνεται πια να μείνεις, δεν μπορείς -χειρότερα- να φύγεις. Κοιτιέσαι στον καθρέφτη, μυρίζεις πατρίδα. Μέταλλο και τζάμι, κράμα. Είσαι εσύ.

Παρενθέσεις

Η πιο παρεξηγημένη είναι η παρένθεση· κανείς δεν δίνει τη βαρύτητα που θα έπρεπε να δώσει. Είναι κάτι που απορρίπτεις επικαλούμενος την αδιαφορία της ( Έστω να σε βοήθησε στο σκέφτομαι και γράφω). Κι όμως: είναι αυτή που πάντοτε σε βγάζει από μια δύσκολη θέση, αυτή που ενίοτε σε σώζει ή σε καταδικάζει, αυτή που σε προσδιορίζει και ταυτόχρονα σε ορίζει. Φαντάσου τον κόσμο και την ζωή χωρίς παρενθέσεις! Άχρωμη, άγευστη, σκληρή. Αν ήταν έκθεμα στο μουσείο, θα ήταν αυτή που νωχελικά κοιτάζουμε και προσπερνάμε για το επόμενο. Σε έχτισε όμως μαλάκα, μην το ξεχνάς.

Δεν ξέρω, δεν κατάλαβα, δεν είδα. Αν αυτό σε ικανοποιεί

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Ξεκινάμε…. Πάμε μακριά?

Αν κανείς μου έλεγε τί είναι αυτά που σαν πιτσιρικάς έπρεπε να κάνω για να μη μου λείπουν τώρα, είναι λίγα. Αλλά βασικά. Θα ήθελα να ξέρω κιθάρα, λαγούτο, σαντούρι και να διαβάζω τις νότες όλες. Θα ήθελα να ήμουν δίπλα στο Θανάση όταν έγραφε την Ανδρομέδα (έστω στην Αμερική). Θα ήθελα να ήμουν Αθηναίος και να βρίζω μια ζωή την Αθήνα. Να ήξερα να φεύγω από οποιαδήποτε νοσηρή – μονόδρομη σχέση εξάρτησης και όχι να με τραβάνε· και στους πλεονασματικούς και ελλειμματικούς έρωτές μου. Το πιο πολύ όμως που θα ήθελα, είναι να έπιανα μια λευκή κόλλα χαρτί και να την έστυβα. Να έγραφα, να έγραφα…

Και είναι τραγικότερο όλων να μην μπορείς να εκφράσεις τη σκέψη σου, τους πόθους σου, τις αιτίες και τις αφορμές. Νιώθεις γυμνός. Είσαι γυμνός· ανυπεράσπιστος, ανήμπορος, ιδιοτελής. Εκεί λοιπόν είναι που συναντάς του ποιητή το στίχο, του ζωγράφου την εικόνα, του συνθέτη τον ήχο. Και τα κάνεις δικά σου. Μηρυκάζεις και θαρρείς είσαι άτρωτος. Δεν είναι όμως έτσι.

Βέβαια, πώς είναι δυνατόν να μη νιώθεις υπερφίαλος, φλύαρος, σολοικιστής όταν απλά σε μια σελίδα θέλεις να γράψεις για θεσμούς, όπως είναι το ψέμα, όπως είναι μια φεγγοβόλα νύχτα, όπως είναι ένα κακό όνειρο;

Είμ’εγώ,μ’ακούς;

Ξυπνάς και είσαι εικοσιπέντε· Πόσα τρένα είδες ερήμην να περνάν; Πόσους άδηλους και κρύφιους έρωτες καθαίρεσες; Και ήταν όλα αυτά; ΟΧΙ! Σίγουρα όχι. Και το πλέον σίγουρο είναι ότι ξεκινάς να συμβιβάζεσαι, να προσγειώνεσαι και να νιώθεις πως τα όνειρά σου έχουν ακτίνα χιλιομέτρου. Μπορεί να μην ξέρεις πού πατάς, ποιο είναι το μέλλον σου, συνειδητοποιείς όμως, πως αυτά που βρίσκουμε και αγαπάμε στους άλλους και στον εαυτό μας είναι οι ατέλειές μας. Και γι αυτό μας αγαπούν οι άλλοι.

Άκου,άκου

Πρέπει να είσαι πολύ εγωιστής αν νομίζεις ότι αυτά που γράφεις ενδιαφέρουν και άλλους. Τους αγγίζουν.

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι