Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Ο χρόνος. Η δειλία. Τ’ ανδρείκελα.

Γενική πρόβα και ηθογραφίες σε πράξη



Δεν έχουν μείνει ούτε οκτώ τσιγάρα, δεν έχουν μείνει παρά μόνο κάποιες χιλιάδες ανάσες. Και μετά το κουδούνι του κυρίου Σπύρου, το τηλέφωνο: ‘παιδιά στηθείτε, σε πέντε αυλαία’! Η αδρεναλίνη, το τρέμουλο και η μυρωδιά της μούχλας. Μάτια χαραγμένα με μολύβι και ο φωτισμός! Το πρώτο χειροκρότημα.


Πολλαπλασιάζεις το πρότερο αποτέλεσμα επί τέσσερα, όσα τα χρόνια που επαναλαμβάνεις την ίδια διαδικασία, προσθέτεις τα χαμόγελα, το άγχος να ακούσεις το υποβολείο, τους εναγκαλισμούς και βγάζεις το χρόνο που ξόδεψες στο θέατρο.


Έτσι μετρώ το χρόνο. Ανάσες, στιγμές και αναμνήσεις. Αναμνήσεις όχι απαραίτητα καλές εννοείται. Μίλαγα τις προάλλες με έναν φίλο που εξυμνούσε τον πανδαμάτορα χρόνο. Βασικά δεν μίλαγα, μονόλογο έκανα. Δεν ήθελα να ακούσω ούτε ένα επιχείρημα, ήμουν σίγουρος. Ο χρόνος δε δαμάζει τίποτα. Τίποτα απολύτως! Είναι απλά ένα καλό αναλγητικό για τις αναμνήσεις μας. Τις παίρνει, τις τοποθετεί σε ένα βαθύ κέντρο του εγκεφάλου, έπειτα μας ναρκώνει και η συνέχεια γνωστή. Όταν σαν άνθρωπος συναριθμείς τόσο μεγάλες αναμνήσεις, τόσο μεγάλα οικογενειακά δεινά, απειράριθμα προβλήματα και κάποιους έρωτες, ξέρεις να βάζεις το χρόνο στην άκρη. Έχεις τον τρόπο σου.


Ο καθένας μετρά το χρόνο αλλιώς. Τον ορίζει ανάλογα με τη δουλειά του, με τα βιώματά του και τις εμπειρίες. Με την αλληλουχία του γενετικού του υλικού. Με το έθος. Ο επιστήμονας τον μετρά με βάση το κλάσμα της απόστασης που διανύει το φώς από τον ήλιο σε ένα πλανήτη. Ο αγρότης με την περιοδική διάρκεια του ανθίσματος της ντομάτας, ο λαχειοπώλης από Τρίτη σε Τρίτη που κληρώνει. Πώς λοιπόν αφού όλοι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται διαφορετικά το χρόνο, βρίσκουν κοινή συνισταμένη μια χιλιοειπωμένη μαλακία ότι ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα;
Πώς άλλωστε μπορεί να μας γιατρέψει ο πόνος σε μια απώλεια; Την απώλεια την αντιλαμβάνεσαι με την πάροδο του χρόνου και δε συμβιβάζεσαι ποτέ. Ίσα ίσα, το αντίθετο συμβαίνει με το χρόνο.

Μίλησα όμως για χρόνο….

Κάποια χρόνια πριν, με αφορμή κάποια οικογενειακή αναστάτωση, ξεκίνησα να γράφω ένα βιβλίο, μυθιστόρημα. Οι χαρακτήρες καθημερινοί, τύποι που σε σπρώχνουν στο μετρό, άλλοι που παραμιλούν στο δρόμο. Το βιβλίο ήθελα να μοιάσει χαρακτηριστικά σε ένα μυθιστόρημα που είχα διαβάσει την εποχή εκείνη, τις Κάργιες της Αλκυόνης Παπαδάκη. Στη μέση του, με πρόλαβε ένα βιβλίο του πατέρα μου, για τους κορυδαλλούς. Βιβλίο χωρίς τέλος, που έπρεπε -λέει- να το τελειώσω εγώ. Η μοίρα όμως με βοήθησε και τα δύο βιβλία χάθηκαν σε ένα σπασμένο σκληρό δίσκο, μαζί με όλο το αρχείο που τα ακολουθούσε· μένουν μόνο κάποιες συστάδες κακογραμμένων τετραδίων στις βιβλιοθήκες μου.


Κοίτα να δεις, άμα σε θέλει, σκέφτηκα! Κείμενα και σκέψεις, χαρακτήρες ανθρώπων και χιλιάδες γραμμές δικαίου και αδίκου να χαθούν! Τραγικό; Όχι ρε φίλε, καθόλου! Αλλάζεις. Και αυτό είναι το σωστό! Θάρρος, είπε (θαρρώ) ο Νίτσε χρειάζεσαι όχι να διατηρείς μία γνώμη, θάρρος χρειάζεσαι να την αλλάζεις. Γι’ αυτό, επειδή τα συντάγματα, οι καιροί και οι γνώμες μας αλλάζουν καλό είναι πού και πού να κρατάμε και μια πισινή, να ‘σπάμε’ και κάνα σκληρό!

Το μόνο που θα κρατήσω σήμερα από την ‘οικογενειακή’ μανία συγγραφής της εποχής εκείνης, είναι ο κοινός πρόλογος που είχα ετοιμάσει:

Τελικά για μένα, κινητήριος δύναμη στην ακινησία του ανθρώπου είναι η δειλία. Το θεαθήναι. Τ’ ανδρείκελα.




1 σχόλιο:

  1. Ως τι ορίζεται η ακινησία του ανθρώπου; Ως μια στάση ή ανάπαυση μέσα στο χρόνο. Αφού όμως ο χρόνος είναι διαφορετικός για τον κάθε έναν από εμάς πώς μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι κάποιος άλλος μένει ακίνητος; Πώς το ξέρει; Βάση του εαυτού του προφανώς... Όταν εμείς τρέχουμε, μας φαντάζουν ακίνητοι εκείνοι που προσπερνούμε, όπως από ένα αεροπλάνο φαντάζουν ακίνητα όλα τα κινούμενα της γης... Και όμως, κάτι υποβόσκει... κάτι που όταν εσύ τρέχεις δεν μπορείς να το δεις γιατί αν σταθείς να το δεις, θα αφαιρεθείς και μπορεί να χάσεις τον στόχο σου...
    Δεν ξέρω αν όλα αυτά που προσπερνώ όταν τρέχω είναι όμορφα ή άσχημα, είναι άχρηστα ή έχουν κάτι να μου δώσουν... Ξέρω ότι πρέπει να τρέξω... Ξέρω ότι όταν κάποιος με δει να τρέχω, ίσως θελήσει να τρέξει και αυτός για να με πιάσει και στην πορεία θα ανακαλύψει την δύναμη της κίνησης και της εξέλιξης... Αυτό που μέχρι τώρα έχει βιώσει μόνο ως ονείρωξη, θα δει πως μπορεί να γίνει πραγματικότητα και θα το αγαπήσει!
    Αυτό θα είναι η δική μου ανταμοιβή για το τρέξιμο και ξέρω πως θα είμαι ακίνητη όταν στο δρόμο μου δεν θα υπάρχουν άλλοι περαστικοί που θα θέλουν να τρέξουν πιο πολύ για να με ξεπεράσουν...

    ΑπάντησηΔιαγραφή