Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Και μετά, και μετά…

Σα βγεις στον πηγαιμό για Αγρινιάρα να είναι μακρύς ο δρόμος!
Τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες μην τους φοβάσαι

Και μετά τί μένει;

Ξέρω ‘γώ τί μένει; Μια ανάμνηση καλή, μειδιάματα κλαυσίγελων σε  μελλοντική συνάντηση, επαφές αχρησιμοποίητες στο κινητό και μερικά τσιγάρα που δεν έκανες. Έπειτα όλοι θα είναι εκεί, σε ένα μακρύ μνημόσυνο εν ζωή.

Κρατάω τα πάντα και δεν μετανιώνω για τίποτα, δεν αδίκησα κανέναν εν γνώσει μου και οι επιλογές μου και η διαχείριση των κρίσεών μου –θέλω να- πιστεύω πως ήταν πάντα οι σωστές.

Κρατάω ΦΙΛΟΥΣ. Κρατάω Γιάννη, Τζένη, Σιδερή, Ελένη, Ελένη, Γιάννη, Ακριβούλα, Σούλα, Ειρήνη, Χρήστο, Ηλία, Χριστιάνα, Κώστα άλλους τόσους και άλλους τόσους και άλλους τόσους!

Κρατάω κακές στιγμές και προδοσία (προδοσίες) μιας νύχτας. Μόνο από κει θα μάθεις!

Κρατάω πόνο και άσχημες νύχτες.

Κρατάω ιστορίες που θα διηγούμαι στο υπόλοιπο

Τους έρωτες. Το ξενέρωμα

Κρατάω τα μεθύσια, σαν το σημερινό.

Τα τσιγάρα στην Αγία Μαρίνα



‘Ό,τι απομένει έιναι μια συνάθροιση Σαραντάριδων… (Δ.Σαββόπουλος)’

«… αλλά θα είμαι πάντα εκεί. Έτσι απλά…»

Χα!

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Πληθωρισμός

Πόσο προσπάθησα, να δεις, να γίνω εγώ ο κερδοσκόπος στις ελλειμματικές νύχτες σου, στις χρεωμένες μ’ έρωτα ημέρες!

Παίρνω για αντιδάνειο τη σκέψη σου, τους λαθεμένους δρόμους σου, το χωρίς ουσία μέλλον σου, την άχρηστη ζωή σου. Θα στα επιστρέψω με αγάπη.

Για τη φεγγαρόπετρα ψήφιζα, ψηφίζω και θα ψηφίζω ΥΠΕΡ. Και ΚΑΤΑ των ιδεών μου


Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Ένθα ως δίκαιος αναπαύομαι

Άντε να λύσουμε, να ξεκινήσουμε, και τους βαρέθηκα, δεν τους μπορώ!

Κατέληξα!

Αλήθεια, πότε; Χαμπάρι δεν πήρα! Να δεις αύριο θα δω τα Σεραφείμ! Πάντως καμία σχέση με το πώς τα περιγράφουν. Περνάει, λέει, η ζωή σου σαν ταινία και μαλακίες! Και πως να πιστέψουμε για πράγματα που λένε άνθρωποι και δεν τα έχουν κάνει; Πώς να πιστέψεις ένα θνητό να σου μιλάει για θάνατο όταν ο ίδιος είναι ζωντανός;

Τίποτα δεν κατάλαβα. Και εδώ που τα λέμε, ούτε καν καταλαβαίνεις πώς φτάνεις να πεθάνεις. Ξυπνάς μόνος και νιώθεις σαν όπως όλες τις μέρες. Σαν βγεις όμως έξω στη ζωή –γιατί εδώ μέσα ζωή δεν είναι-  εκεί συνειδητοποιείς την τραγική σου κατάσταση. Βρίσκεσαι ακόμα εδώ και ακούς το μνημόσυνό σου, τα καλά σου και τα όμορφα· μόνο αυτά, ναι. Τα άλλα μετά από τον θάνατό σου πάντα παραγράφονται!

Αλήθεια, δικαιώθηκα; Με νοιάζει; Η διαφορά της δικαίωσης μεταξύ του νεκρού από το ζωντανό, είναι ότι ο ζωντανός τη διεκδικεί πάντα, μα στο τέλος του είναι άχρηστη. Η δικαίωση για τον ζωντανό είναι μια πλάνη, γιατί και να δικαιωθείς σε κάτι, τίποτα δεν αλλάζει. Το Δίκαιο και την αδικία, όπως την ηθική και την ανηθικότητα την αναμετράει κανείς στον εαυτό του και δεν χρειάζεται όλα αυτά να τα κάνεις φανφάρες για μποζεριά! Άκου και μένα που βρίσκομαι σε άλλο κόσμο. Αυτά είναι  τα μάταια.

Λέξη πλανεύτρα η δικαίωση! Όταν τη λάβεις, θαρρείς αλλάζουν τα πράγματα στις ψυχές των ανθρώπων· κι όμως δεν συμβαίνει. Σαν κείνο το επίρρημα που χρησιμοποιούν οι ζωντανοί, το αρκετά. Όταν το ακούς, νομίζεις προσδιορίζει το ρήμα της πρότασης και του προσθέτει. Χα! Το αντίθετο είναι! Γι’ αυτό φίλε, άμα ακούς πως σ’ αγαπάνε αρκετά, γίνε λίγο επιφυλακτικός.

Αλήθεια τί μου λείπει; Πάντως είμαι αρτιμελής! Κείνο που μου λείπει όμως, όταν ήμουν ζωντανός, είναι που δεν άκουσα το σ’ αγαπώ από κει που θα μου έπρεπε. Είναι που στο τέλος δεν ήσουν εδώ. Και αν δεν ήσουν στο τέλος, τι να τις κάνω τις σπαραξικάρδιες κραυγές σου πάνω απ’ το μνήμα; Γι’ αυτό φίλε, να λες το σ’ αγαπώ πάντα εκεί που το νιώθεις. Και εκεί που δεν αξίζει, να μη δίνεις ευκαιρίες. Γιατί ακόμα και να τη δώσεις, ακόμα και αν δικαιωθείς στο μέλλον, οι άνθρωποι δεν αλλάζουν.


Είμαι σίγουρος. Δεν είναι η αρχή του τέλους. Είναι το τέλος της αρχής.



Πάντως προσπάθησα αρκετά




Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Μικρή παρερμηνεία στην επιστροφή του Οδυσσέα

Ραψωδία πριν το τέλος


… και ακουμπά με κούραση, κεφάλι γερασμένο
στην πολυθρόνα την πλατειά, την όνειρα φτιαγμένη
απ΄ του αντρός της μαστοριά, του πολυμήχανου Οδυσσέα.
Πόσες φορές την ελησμόνησε, πόσες την ελυπήθη
που χαρές και τούτη δεν εγνώρισε, μονάχα των μνηστήρων
τα γέλια και τους εμπαιγμούς, τη μέθη και τα κόλπα.
Σκύβει λοιπόν νωχελικά στα χέρια του Οδυσσέα
και αμέσως ορίζει διαταγή σιμά στη Βρισηίδα
να κλείσει την αγκλαμανή, κανείς να μη προβάλλει .
«Για κοίτα με λοιπόν εσύ, μπορείς να με κοιτάζεις;
Μπορείς να πεις το Σ΄ αγαπώ; Μπορείς να τραγουδήσεις;
Για μένα όχι, μη ρωτάς, εγώ περνοδιαβαίνω
σε δρόμο άστρωτο, τραχύ σε μοίρα όχι από κείνη
που σε βοήθησε το δρόμο σου και ήβρες.
Πόσες ζωές χρειάζομαι ζωή να σου εξιστορήσω;
Αγάπη! Πώς να μπορέσω άραγε ξανά τη λέξη αυτή
στα μάτια μου να πιάσω; Ήμουνα λέει εγώ πιστή;
Δεν ήμουνα σου λέω. Γιατί πιστή αν ένιωθα
στον τόπο τούτο, κακές σκέψεις δεν θα έκανα.
Παράχραντοι μνηστήρες δε με βόλεψαν, λαγνεία δε γνωρίζω
και τον Τηλέμαχο, το γιό, στον όρκο μέσα βάζω.
Πες του, Θεά, πόσο πιστή, εργάστηκα σκληρά
και πόθησα να δείξω! Δεν ήμουν ταίρι μου πιστή,
γιατί το βράδυ σαν ερχόταν, τα νιάτα μου εχάριζα
σε σκέψεις άσχημες· και προς κακό δικό σου.
Ερχόταν βράδυ ο Ερμής και μου ’λεγε τα κατορθώματά σου,
ταξίδια όλο θύμισες, φουρτούνες και μποφόρια.
Τα ζήλεψα, ακούς, όλα αυτά, σε ζήλεψα και σένα
και όχι για τις ηδονές  που ένιωσες στα πέλαγα,
μα γιατί το ταξίδι αυτό μόνο δικό σου ήταν.
Εσύ ταξίδευες, εγώ; Μόνη χαρά που τρύγησε  
την άδεια μου τη σκέψη, ήταν τον Τηλέμαχο
όλα τα χρόνια σκληρό να τον ανδρώσω.
Δεν ήμουν Πηνελόπη εγώ, όταν του μάθαινα
των γυναικών τη γλύκα, και της ζωής τ΄ απρόσμενα
όλα χαρές και λύπες· όρκους του χάριζα πολλούς
στης Αθηνάς το δόρυ και άλλα πολλά, για σένα, όλους.
Δεν ήμουν Πηνελόπη εγώ, μονάχα Οδυσσέας.
Θυμάσαι; Νιώθεις; Εφτά χρόνια περάσανε νομίζω,
είπα εφτά, δεν έσφαλα, εφτά, τα τελευταία.
Αυτά με πόνεσαν πολύ, αυτά με ‘κάναν μάνα·
κι είχα περίσσιες αρετές για να σου δώσω.
Είχα μαλλιά ξανθά και χέρια κόκκινα,
είχα τη μυρουδιά της θάλασσας, του αμπελιού αέρα
και της στεριάς τη λήθη φορούσα μες στο ψέμα μου.
για σένα ήτανε αυτά· τα νιάτα μου. Και οι εμπειρίες όψιμες,
 γιατί ποτέ δεν ήσουνα εκεί που δε θυμάμαι.
Περνούσε πλήθος καλοθελητών, δικών σου μαθητάδων
και μού ‘λεγε παντρέψου εσύ και κείνος  στον Άδη, Θεέ,
να δεις που βρίσκεται με όνομα τιμής και πως χαρά θα έδινα
στο Βασίλειο ετούτο. Δεν δέχθηκα ποτέ κανείς, κανείς
τη σκέψη μου να αλλάξει και να αρνηθώ τον έρωτα,
τον έρωτα που ένιωσα· και το τρεμουλιτό ειλικρινές
τα χρόνια της αγάπης μας. Και ποιο το νόημα, μου λες,
μπορείς να με κοιτάξεις; Πολλή ζωή την ξόδεψα
στον αργαλειό· και γιόμισα ρυτίδες. Το σπίτι μας
το κοίταξες; Τη γνώρισες τη δάφνη; Γίνηκε δέντρο
και σκοτείνιασε της θάλασσας τη θέα.
Και άλλος δεν επέρασε τη στέγη μας, μόνο της βροχής σταγόνες
και  οι κορκόφυλλοι, να μου θυμίζουν πως κάποτε
ξανά θ’ ανταμωθούμε. Κοίταζέ με όσο μπορείς
σαν όταν το ταξίδι σου φοβόσουν να τελειώσει,
εμένα είπα να κοιτάς, κοίτα με εμένα»
Και τούτα εξεστόμισε μονάχα η Πηνελόπη
και κείνος μιλιά δεν είχε· μόν’ ένα βλέμμα
άστατο. Kαι μια ζωή για λήθη…   





Την κακή χρήση της γλώσσας
και την παραπληροφόρηση
επιμελούμαι & αναλαμβάνω ο ίδιος
Παράχραντος

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

Παραμύθι {όμοιος στον όμοιο}

Γνώρισα μια φορά ένα είδος ανθρώπου και αμέσως το αγάπησα! Δεν ήταν ένας άνθρωπος κοινός, σαν όπως είμαστ’ όλοι εμείς, ήταν αλλόκοτος. Ήταν άδειος! Κενός!

Φόραγε ρούχα κανονικά, έτρωγε ό,τι και μείς και συνήθιζε να συχνάζει στα στέκια τα δικά μας. Ήταν και όμορφος πολύ! Κανείς δεν το καταλάβαινε το πρόβλημά του. Είχε ρυθμίσει τη ζωή του έτσι, ώστε να φαίνεται ότι όλα λειτουργούν φυσιολογικά (σσ: μεταξύ μας, τον βοηθούσαν τα πλασματάκια της νύχτας, αυτά που βγαίνουν όταν κοιμόμαστε. Ερχόταν κάθε βράδυ και του έδιναν δάκρυα και έλουζε το πρόσωπό του, του δίναν ένα ρητό και αυτά για αντάλλαγμα έπαιρναν γλυκά και σοκολάτες).

Κενός! Τι παναπεί; Κανείς δεν ήξερε να πει, μόνο ο ίδιος. Άλλος έλεγε κενός είναι αυτός που δεν αγαπά και ποτέ του δεν αγάπησε, ένας άλλος είπε ότι αγάπησε μόνο τον εαυτό του, η γιαγιά μου είπε αυτός που δεν κάνει μόνος σκέψεις, ένας άλλος -που δεν τον ξέρετε- μου είπε, ότι κενός είναι αυτός που σκέφτεται να βάλει status στο ίντερνετ και τελικά δεν τα καταφέρνει, ή εν πάσει περιπτώσει αυτό έχει ως σκοπό ύπαρξης.

Ξύπναγε λοιπόν και κοιμόταν χωρίς σκοπό και την ημέρα την περνούσε με κόσμο σαν κι αυτόν, σχεδόν κενό.  Για τους υπόλοιπους δεν είχε ούτε δευτερόλεπτο, ούτε λίγο ψωμί. Πώς να χει άλλωστε, εδώ που τα λέμε; Πώς να τους καταλάβει; Δίπλα του πάντα εκείνα τα κορίτσια της συγγνώμης που τα τραγουδάμε και τα συγχωράμε σε κάθε λάθος, φουστάνια άχρωμα.

Μια νύχτα όπως η σημερινή έτυχε διαβάτης έξω στην πόρτα του!

-Ψιτ φίλε! Έλα από δω λίγο. Θέλω να σε θαυμάσω λίγο για αυτά που βλέπεις στους δρόμους γυρνώντας, μα και για αυτά που σε έκανε η ζωή σου να αισθάνεσαι.

-Καθένας έχει νιώσει, απάντησε ο διαβάτης.

-Εγώ καλέ μου δεν μπορώ, έχω κατάρα και ευχή να μη μπορώ να νιώσω.

-Ε, τότε σου πουλώ εγώ· όλα αυτά που έζησα, άλλα τόσα που πόθησα και της ζωής τις λύπες. Σου δίνω και αρετές πολλές από την εποχή που ανδρώθηκα μέσα στου δρόμους. Σου δίνω κλάμα της μαμάς μου και γέλιο των φίλων μου. Σου δίνω αγάπη να μπορείς να τη μεταφέρεις στον πλησίον. Ό,τι θες! Μόνο με μια συμφωνία: κάθε που θα πηγαίνει δώδεκα και σταματώ το περπάτημα στο δρόμο, εμένα να θυμάσαι. Και αν μπορείς να σταματήσεις την παλιά σου τη ζωή, να γίνεις τρανός και δυνατός και να αλλάξεις τις παλιές συνήθειες.

Ο φίλος μας το σκέφτηκε πολύ. Στην αρχή του φάνηκε υπέροχη ιδέα! Το ξανασκέφτηκε όμως αρκετά. Δεν δείλιασε και του είπε φωναχτά:

-Δεν ξέρω αν αυτά που λες μπορούν να γίνουν, κι αν όντως με καλό σκοπό υπήρξες στη ζωή μου, αυτό που ξέρω μόνο εγώ είναι πως αν το παρελθόν μου απαρνηθώ και αν σε άλλο δρόμο με στείλεις να ορίσω, πώς θα δώσω πρώτα την αγάπη σε κάποιον που δεν ξέρω; Δεν θα το κάνω τούτο που ζητάς, γιατί πολύ απλά, αν μπορούσα κάποιον να αγαπήσω αυτό θα ήταν το παρελθόν μου και κείνο δεν το απαρνιέμαι. Άσε με λοιπόν στη μοίρα μου και μην ξανάρθεις!

Η αλήθεια λοιπόν και το δίκαιο είναι κάπου στη μέση για τον ήρωα μας και το τέλος της ιστορίας παντελώς άγνωστο και πουθενά γραμμένο.



Αν έχετε ποτέ νιώσει, έστω και για λίγο όπως ο ήρωας πριν, δεν είν’ τυχαίο


Ευχαριστώ πραγματικά πολύ κόσμο που ‘μου δίνει υλικό’ για να μηρυκάσω με τη ησυχία μου!

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Σε ξαναείδα

Άλλαζα λωρίδα και ήσουν στο νεκρό σημείο του καθρέφτη, είχα όμως προτεραιότητα.


Συναντηθήκαμε ξανά· χρησιμοποίησα όσα ψέματα μπορούσα, δεν το ‘χα ξανακάνει. Τα λάθη σου όμως ήταν πιο μεγάλα.


Πάρε τηλέφωνο και βρες δικαιολογία πως δεν μπορείς. Εγώ ξέρω το αντίθετο. Αυτό μου φτάνει.



ο Κώστας Καρυωτάκης στον Μιλτιάδη Μαλακάση

***


Μικρή Ασυμφωνία εις Άλφα μείζον

Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος θα βρεθή να μας δικάση,
μικρόν εμέ κ' εσάς μεγάλο,
Ίδια τον ένα και τον άλλο;
Τους τρόπους, το παράστημα σας,
το θελκτικό μειδίαμά σας,
το monocle που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο στο πλάι,
και μόνο αυτούς να xαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα
από τη μια μεριά να βάλη
της ζυγαριάς' κι' από την άλλη
πλάστιγγα, να βροντήσω κάτου,
-μισητό σκήνωμα, θανάτου
άθροισμα, συντριμμένο βάζον-
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος τελευταίος θα γελάση;


από τη συλλογή "Ελεγεία και Σάτιρες"