Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Μικρή παρερμηνεία στην επιστροφή του Οδυσσέα

Ραψωδία πριν το τέλος


… και ακουμπά με κούραση, κεφάλι γερασμένο
στην πολυθρόνα την πλατειά, την όνειρα φτιαγμένη
απ΄ του αντρός της μαστοριά, του πολυμήχανου Οδυσσέα.
Πόσες φορές την ελησμόνησε, πόσες την ελυπήθη
που χαρές και τούτη δεν εγνώρισε, μονάχα των μνηστήρων
τα γέλια και τους εμπαιγμούς, τη μέθη και τα κόλπα.
Σκύβει λοιπόν νωχελικά στα χέρια του Οδυσσέα
και αμέσως ορίζει διαταγή σιμά στη Βρισηίδα
να κλείσει την αγκλαμανή, κανείς να μη προβάλλει .
«Για κοίτα με λοιπόν εσύ, μπορείς να με κοιτάζεις;
Μπορείς να πεις το Σ΄ αγαπώ; Μπορείς να τραγουδήσεις;
Για μένα όχι, μη ρωτάς, εγώ περνοδιαβαίνω
σε δρόμο άστρωτο, τραχύ σε μοίρα όχι από κείνη
που σε βοήθησε το δρόμο σου και ήβρες.
Πόσες ζωές χρειάζομαι ζωή να σου εξιστορήσω;
Αγάπη! Πώς να μπορέσω άραγε ξανά τη λέξη αυτή
στα μάτια μου να πιάσω; Ήμουνα λέει εγώ πιστή;
Δεν ήμουνα σου λέω. Γιατί πιστή αν ένιωθα
στον τόπο τούτο, κακές σκέψεις δεν θα έκανα.
Παράχραντοι μνηστήρες δε με βόλεψαν, λαγνεία δε γνωρίζω
και τον Τηλέμαχο, το γιό, στον όρκο μέσα βάζω.
Πες του, Θεά, πόσο πιστή, εργάστηκα σκληρά
και πόθησα να δείξω! Δεν ήμουν ταίρι μου πιστή,
γιατί το βράδυ σαν ερχόταν, τα νιάτα μου εχάριζα
σε σκέψεις άσχημες· και προς κακό δικό σου.
Ερχόταν βράδυ ο Ερμής και μου ’λεγε τα κατορθώματά σου,
ταξίδια όλο θύμισες, φουρτούνες και μποφόρια.
Τα ζήλεψα, ακούς, όλα αυτά, σε ζήλεψα και σένα
και όχι για τις ηδονές  που ένιωσες στα πέλαγα,
μα γιατί το ταξίδι αυτό μόνο δικό σου ήταν.
Εσύ ταξίδευες, εγώ; Μόνη χαρά που τρύγησε  
την άδεια μου τη σκέψη, ήταν τον Τηλέμαχο
όλα τα χρόνια σκληρό να τον ανδρώσω.
Δεν ήμουν Πηνελόπη εγώ, όταν του μάθαινα
των γυναικών τη γλύκα, και της ζωής τ΄ απρόσμενα
όλα χαρές και λύπες· όρκους του χάριζα πολλούς
στης Αθηνάς το δόρυ και άλλα πολλά, για σένα, όλους.
Δεν ήμουν Πηνελόπη εγώ, μονάχα Οδυσσέας.
Θυμάσαι; Νιώθεις; Εφτά χρόνια περάσανε νομίζω,
είπα εφτά, δεν έσφαλα, εφτά, τα τελευταία.
Αυτά με πόνεσαν πολύ, αυτά με ‘κάναν μάνα·
κι είχα περίσσιες αρετές για να σου δώσω.
Είχα μαλλιά ξανθά και χέρια κόκκινα,
είχα τη μυρουδιά της θάλασσας, του αμπελιού αέρα
και της στεριάς τη λήθη φορούσα μες στο ψέμα μου.
για σένα ήτανε αυτά· τα νιάτα μου. Και οι εμπειρίες όψιμες,
 γιατί ποτέ δεν ήσουνα εκεί που δε θυμάμαι.
Περνούσε πλήθος καλοθελητών, δικών σου μαθητάδων
και μού ‘λεγε παντρέψου εσύ και κείνος  στον Άδη, Θεέ,
να δεις που βρίσκεται με όνομα τιμής και πως χαρά θα έδινα
στο Βασίλειο ετούτο. Δεν δέχθηκα ποτέ κανείς, κανείς
τη σκέψη μου να αλλάξει και να αρνηθώ τον έρωτα,
τον έρωτα που ένιωσα· και το τρεμουλιτό ειλικρινές
τα χρόνια της αγάπης μας. Και ποιο το νόημα, μου λες,
μπορείς να με κοιτάξεις; Πολλή ζωή την ξόδεψα
στον αργαλειό· και γιόμισα ρυτίδες. Το σπίτι μας
το κοίταξες; Τη γνώρισες τη δάφνη; Γίνηκε δέντρο
και σκοτείνιασε της θάλασσας τη θέα.
Και άλλος δεν επέρασε τη στέγη μας, μόνο της βροχής σταγόνες
και  οι κορκόφυλλοι, να μου θυμίζουν πως κάποτε
ξανά θ’ ανταμωθούμε. Κοίταζέ με όσο μπορείς
σαν όταν το ταξίδι σου φοβόσουν να τελειώσει,
εμένα είπα να κοιτάς, κοίτα με εμένα»
Και τούτα εξεστόμισε μονάχα η Πηνελόπη
και κείνος μιλιά δεν είχε· μόν’ ένα βλέμμα
άστατο. Kαι μια ζωή για λήθη…   





Την κακή χρήση της γλώσσας
και την παραπληροφόρηση
επιμελούμαι & αναλαμβάνω ο ίδιος
Παράχραντος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου