Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Σε είχα δει;

Σε διάβασα πρόσφατα ηλεκτρονικά, σε βάζω στο αρχείο.

Μα, μέχρι εκεί μπορούσες; Πίστευα για σένα, πίστευα σε εσένα, στη μεγάλη θέλησή σου, στη δύναμη να με εκμηδενίσεις.

Εγώ δεν πάω αλλού, ήμουν αλλού, μα ντρέπομαι για μένα, ντρέπομαι σε μένα, που πίστευα ότι θα μπορούσες να με πολεμήσεις.

Πού ήσουνα, πού ήμουν, Χα!

Εκεί φίλε μου, εκεί που πέρσι έχεσες, εκεί φέτος μην πας να φας. Δεν θα είμαι εγώ εκεί, ούτε οι φίλοι σου. Θα είναι τα σκατά σου.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Δεν είναι λοιπόν το τέλος έτσι

ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας, μέσα στο λεωφορείο. Σκέψεις αμέτρητες, μα μπαταρία ελάχιστη.


Καθόμουνα πριν λίγο στο παγκάκι, περικλεής και δακρύβρεχτος χωρίς κανένα λόγο. Δίπλα μου γριά και γέρος, κάτι λένε για γιατρούς, δεν δίνω σημασία. Μια κυρία με βουρκωμένα μάτια, για κάτι λυπηρό ταξιδεύει μάλλον. Μαύρος που θέλει σώνει και καλά να πουλήσει διάφορα. Ο ήλιος πέφτει και λίγο πριν το τέλος, αρχινώ να αφουγκράζομαι τις ιστορίες των άλλων και το λόγο που ταξιδεύουν. Φαντάζομαι πράγματα μακρινά και ιστορίες αλλότριες. Μάλλον για να κρύψω τις ημέτερες! Μάλλον γιατί εδώ, ήθελα να είναι αλλιώς το τέλος της ταινίας. Γιατί ταινία ήταν αυτά τα χρόνια, με αδιάφορο το τέλος.

 ΜΠΑ. ΜΠΑ? ΜΠΑ!


Και εκεί που ρίχνεις μαύρη πέτρα σε αυτά που σε πλήγωσαν, εκεί που αδιαφορείς για τον πλησίον, εκεί που σιχτιρίζεις για τις βραχυπρόθεσμες επιλογές σου με ημερομηνία λήξης, εκεί σε χτυπά στην πλάτη ένα παλικάρι:

-        -  Φίλε, δε με ξέρεις, με λένε Νίκο!
-        -  Νίκος και εγώ, χάρηκα!
-        -  Να σε ρωτήσω, νοίκιαζες ποτέ στου Θανάση;
-        -  Ναι, του λέω με απορία, από πού το ξέρεις;
-        - Είμαι ο επόμενος νοικάρης και σε θυμάμαι που μου είχες δώσει τα κλειδιά όταν έφευγες!
-        -  Α!, μειδιάζω με βαρεμάρα.
-        -  Ξέρεις, έχω μάθει πολλές ιστορίες για σένα. Κάθισα ένα απόγευμα με τη γριούλα δίπλα, τη γυναίκα του Κυρ Δημήτρη!
-        -  Μπα, ζει; Και αρχίζουμε να γελάμε!
-        -  Ναι ναι ζει, και μάλιστα, όσες φορές τυχαίνει να μιλήσουμε, συνέχεια λέει για σένα!
-        -  Για μένα;
-        -  Ναι ρε, μου λέει για  τα πάρτι σας  που κρατούσαν τρείς μέρες, για το γέρο που τον έστελνε στο χωριό για χάρη σας, για  την αστυνομία, για το πάντα γεμάτο κόσμο μπαλκόνι σας, για τα ποτήρια της που της σπάσατε, για τους καβγάδες με τον συγκάτοικο!
-         - Έλα ρε!
-         - Ναι ναι! Πω, ξέρεις πόσο ήθελα να σε γνωρίσω; Έχω ακούσει τόσα και τόσα που τα διηγούμαι και στην δική μου την παρέα. Είναι τόσες πολλές οι ιστορίες σου, που νομίζω ότι βρίσκομαι και εγώ μέσα!
-         - Δεν ξέρεις φίλε τι χαρά μου δίνεις! Από δω είσαι;
-         - Όχι, είμαι από ένα χωριό εδώ κοντά και πάω σε μια σχολή, ιδιωτική.
-         - Χάρηκα και θα ήθελα να βρεθούμε το Σεπτέμβρη!
-         - Γεία σου φίλε!

Σε χρόνο ανεπαίσθητο, σε πρόσωπο -πάντα-  πρώτο πληθυντικό, περνάν από το νου μου ανυπολόγιστες βραδιές και μέρες σε αυτό το σπίτι! Η αφίσα-κλαρίνο Κουκουράβα που αντικαταστήθηκε με αφίσα γιωργάκη, οι τελετές του χριστουγεννιάτικου δέντρου, οι μακρινοί επισκέπτες, πρώην γκόμενες, οι μηνύσεις, η ιεραρχία στο καθάρισμα, οι τηλεφωνικές πλάκες, το αξέχαστο πάρτι με τη Τζένη στα είκοσι, ΤΑ ΚΟΥΛΟΥΜΑ, αχχχχ τα κούλουμα! Αν όλα αυτά τα πολλαπλασιάσουμε με τουλάχιστο διψήφιο αριθμό  βγάζουν τέσσερα ομορφότατα χρόνια, μακριά από μιζέριες, κατσουφιασμούς και έννοιες.


(μεγάφωνο και αναγγελία αναχώρησης. Τυχαία μπαίνουμε και στο ίδιο λεωφορείο. Εγώ θέση 15. Αυτός τέρμα πίσω. Γυρνώ σε πραγματικό χρόνο και τον κοιτώ, μου χαμογελάει. Και εγώ!)


Αυτό λοιπόν ήταν το τέλος! Και αυτό ήθελα! Ήθελα δικούς μου ανθρώπους δίπλα μου. Ήθελα να μπορώ στην επιστροφή να κοιτώ κατάματα τους πάντες χωρίς καμία ενοχή ή θλίψη. Ήθελα να με κοιτούν χωρίς κλαψομουνιάστικες συμπόνιες και πεθαμένες χαιρετούρες, αηδίες αντίο και καταλληλότητα του κώλου. Ήθελα αποχαιρετιστήριο χωρίς φανφάρες και ακρότητες. Και τα έκανα ΌΛΑ!

Ήθελα όμως και να είχα αφήσει κάτι στην πόλη που ανδρώθηκα. Κάτι καλό και μικρό. Και σήμερα, κυριολεκτικά μια ανάσα πριν εγκαταλείψω, ΗΤΑΝ ΕΔΩ! Φόραγε μαύρη μπλούζα, ήταν από χωρίο, αφηγούταν για καιρό φτιαγμένες δικές μου -και του συγκάτοικου- ιστορίες και με κοίταγε με βλέμμα θαυμασμού! Εδώ λοιπόν λες, δεν παίζει, κάτι εξωπραγματικό γίνεται σήμερα, κάποιος το έστειλε. Λες και ξαφνικά συνωμότησαν άγνωστες δυνάμεις για να αλλάξεις το τέλος! Λες και βρήκες το πλήρωμα του χαμένου σκληρού σου δίσκου!

 Ή -ίσως- μου άξιζε αυτό το τέλος.



Η ιστορία που μόλις αναγνώσατε είναι ακριβώς γραμμένη από την πρόσφατη πραγματικότητά μου, γραμμένη επί της εθνικής οδού, ενδεχόμενα η πλέον αληθοφανής όλων, κακώς σε πρώτο ενικό και χωρίς μηρυκασμό! Ελπίζω να μην το ξανακάνω!