Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Τ’ αντιστρόφως παράχραντα




…και αφού εξασφάλισες την πληροφορία σου για μένα, με κάνεις πέρα. Δεν ήμουνα ποτέ, είπες έκτοτε, εκείνο που χρειάστηκες. Έτσι απλά. Χωρίς καν να σκεφτείς ότι υπήρξα και πριν τις ανασφάλειές μου. Ας είναι…

Φοβάμαι τον κόσμο αριστερά της σκάλας του Μετρό που ανεβαίνει τρέχοντας.
Φοβάμαι και αυτούς στα δεξιά που περιμένουν τη σειρά τους

Φοβάμαι την επανάσταση και την ανομία. Φοβάμαι το ξενέρωμα
γι’ αυτό φοβάμαι να ερωτευτώ

Φοβάμαι τη μετανάστευση της σκέψης μου
γι’ αυτό φοβάμαι τον πλησίον. Και το κήδος

Φοβάμαι τις αλλαγές. Φοβάμαι να αλλάξω ο ίδιος. Την ενηλικίωση
Την αυλή του σπιτιού μου και την αρτάνα που βλέπει στον Ίκαρη

Φοβάμαι για τον όρκο που έδωσα περνώντας το Σεπτό Τέμενος των Μουσών.
Κι άλλον έναν που θα δώσω
νιώθω πως δεν θ’ ανταποκριθώ

Φοβάμαι τις Θερμοπύλες που θα με βάλουν να φυλάξω
Φοβάμαι τ’ ανδρείκελα

Φοβάμαι την παράνοια και το καθωσπρέπει
Φοβάμαι μην ποτέ χάσω το πίσω κυκλικό βήμα στον καριώτικο
γι’ αυτό φοβάμαι να κοιτάω ψηλά

Φοβάμαι τα χρώματα· πιο πολύ το άσπρο
γι’ αυτό φοβάμαι την άνοιξη

Την οικογένεια και τη φυλακή των θεσμών.
Ακόμη και τον καθρέφτη μου. Το κατ’ εικόνα
Και τη μέρα που δε θα μπορώ να ξανακοιταχτώ


Και δε φοβάμαι περισσότερο την κοινωνία που με γέννησε

(ευχαριστώ τη φίλη μου Χρύσα για την απόκρισή της στην ευγενική παραχώρηση της φωτογραφίας)


Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Το Άλφα



Η δισυπόστατη μάχη της σταύρωσης και η Μαθηματική Αρχή


…σπρώχνει την πόρτα να κλείσει. Ήτανε από κείνες τις παλιές, τις ξύλινες πόρτες που τα κουφώματά της, καθότι ψηλοτάβανα, θαρρούσες κοιτάγαν το Θεό. Η συμμετρία της κατασκευής της κόντευε να τον τρελάνει. Απεχθανόταν τη συμμετρία. Τη συμμετρία των πραγμάτων γενικά. Πρώτον γιατί λάτρευε την εποχή του Περικλή και δεύτερον και βασικότατο γιατί δεν ήθελε σε καμιά στάση της ζωής του και σε απόφασή του να βρίσκεται στο κέντρο, κοιτάζοντας, σαν τώρα με την πόρτα, μια με το δεξί και μια με το αριστερό μάτι την ίδια αλήθεια.

Η πόρτα έγειρε σχεδόν όλη μα δεν έκλεισε ποτέ. Έμεινε ένα αχνό κομμάτι φωτός από την κάθετη χαραμάδα της. Ο ίδιος, επιστρατεύοντας το αποτελεσματικότερο για κείνον όπλο για τον πανικό του, τον θεατρικό οριζόντιο άξονα, στάθηκε να κοιτά το φως για ώρες, συνομιλώντας με τη μοναξιά του και αναμένοντας φως εκ φωτός την επιστροφή

Γιατί μ’ εγκαταλείπεις; Γιατί γαμιέσαι έτσι;

Για πάντα πίστευα ότι το άλφα στην κοινή μήτρα του μυαλού μας ήθελε να μας αθροίσει. Όχι να σε στερήσει.

αυτά είπε, κι αφού καμπούριασε τους επί ώρες ορθωμένους ώμους έκλεισε την πόρτα. Νομίζοντας ο αφελής, ότι ο αδελφός έφυγε για πάντα και ότι αυτό ήταν για καλό



[ευχαριστώ το φίλο Δημήτρη Καραμπίκα για τη φωτογραφία που μου έδωσε, μόνο να μάθει ορθογραφία http://dkarabikas.wordpress.com/]






Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

Σου χει η τύχη!


Σού χει τύχει να μετράς μόνος τα κύματα;
Σου χει τύχει να βυθίζεσαι στο πέλαγο μετά;
Σου χει τύχει μεγάλη φουρτούνα; Να οδηγάς και το καράβι;
Σου χει τύχει να βρωμάς;

Σου τύχει να ακούς τρομπέτες και να βγάζει αίμα το αφτί σου;

Σου χει τύχει να βλαστημάς το Θεό που δεν πιστεύεις;
Σου χει τύχει φυλακή;
Σου χει τύχει να αφαιρείς και να προσθέτεις;  Αποτέλεσμα έπειτα να μη μπορείς να βρεις;
Σου χει τύχει απελπισία;

Σου χει τύχει να βαράς εξήντα συλλογισμούς και ούτε ένας να επαληθεύεται;
Να βαράς εξήντα μαλακίες;

Σου χει τύχει γέλιο μέρα που είναι για να κλαίς; Πονοκέφαλος;
Σου χει τύχει γάμος, βάφτιση, κλειδοκύμβαλο αλαλάζων, εγκαίνια και μια κηδεία την ίδια ώρα;
Σου χει τύχει θάνατος; Όχι;
Όχι;

Σου χει τύχει να καθαρίζεις και να τηγανίζεις πατάτες ενώ κοιμάσαι;
Σου τυχαίνει άραγε να μην τρως πατάτες; Ή στο καθισιό να φας ενάμισι τσουβάλι;
Την άλλη μέρα να υπολογίζεις βροχομετρικά και να σχεδιάζεις ισοϋψείς για άλλους;
Η τελευταία σου ελπίδα έγιναν ποτέ τα τυχερά παιχνίδια;

Σου έτυχε για ένα μήνα να μην έχεις λεφτά για  εισιτήριο στο Μετρό;
Μετά σε είπαν κλέφτη και καταστροφέα των αστικών συγκοινωνιών;

Σου έτυχε ποτές να βασιλεύεις με το Crypton-X;
Να ξυπνήσεις μια μέρα και να μην είναι δικό σου για κανένα λόγο;
Σου έτυχε να περάσει το μολυβί accent να ξανοίγει την ακατάλληλη στιγμή; Αμαρτία γονέα;

Σου χει η τύχη να κοιτάς το αρσενικό και το θηλυκό με τον ίδιο τρόπο;
Σου χει τύχει να θες να σκοτώσεις άνθρωπο;  Αν όχι, να θες να δημιουργήσεις άνθρωπο και να μην μπορείς;

Σου τυχαίνει να λες πως σταματάς κάτι και να ξαναξεκινάς ταυτόχρονα;
Να λες πως ξεκινάς και στο τέλος να είσαι ακόμα εκεί που σταμάτησες;

Σου χει τύχει τα προβλήματα των άλλων να τα βλέπεις σταγονίτσες;
Τα δικά σου πάλι να πνιγείς στα κύματα που μέτρησες;

Κάτσε βρώμο, βουδέ, σάπιε και μέτρα κυματάκια.

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Αυτός που λέει ΝΑΙ και αυτός που λέει ΌΧΙ (Το τέλος)


Το βασικό είναι να μάθει κανείς πότε να συμφωνεί
γιατί συχνά λέει κάποιος ναι χωρίς στ’ αλήθεια να συμφωνεί.
Πολλοί ούτε καν ρωτιούνται και πολλοί συμφωνούν με το λαθεμένο.
Το λοιπόν, το βασικό είναι να μάθει κανείς πότε να συμφωνεί.
(Μπ. Μπρέχτ, ‘Αυτός που λέει ναι και αυτός που λέει όχι’)


Έχω να σου πω μια ιστορία αλλά είναι μεγάλη και βαριέμαι τώρα…

Καταρχήν με λένε Νίκο και κομμένες οι παλιμπαιδισμένες μαλακίες. Ρωτήστε με ό,τι θέλετε, και για πράματα που ποτέ δεν απάντησα, ό,τι σας κατέβει στο μυαλό. Θα απαντήσω κατευθείαν με το χέρι της αλήθειας με φόβο και με πάθος. Όχι, δεν είμαι ευάλωτος αυτόν τον καιρό, είμαι μόνο απελπισμένος.

Έχω να σου πω μια ιστορία αλλά είναι μεγάλη…

Το ιστολόγιο αυτό φτιάχτηκε για ένα και μόνο σκοπό. Το έφτιαξα σε ένα βράδυ αμετροεπούς υστεροφημίας, γνωρίζοντας το βραχύ μέλλον μου, με την ελπίδα να κουβαλήσω την παλιά ζωή, τις χαμένες μου αγάπες, τους παλιούς μου φίλους, τα κοπρόσκυλα και τις εν βούρκω κυλιόμενες αδειανές πουκαμίσες που με τριγυρίζαν. Τρεφόμουν από τη ζωή και μεθούσα από τον επαρχιώτικο τρόπο της. Απόλαυσα τη χάρη και των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων. Αποκοιμήθηκα  γράφοντας κάτω απ’ τα κόκκινα φανάρια. Μερικές από αυτές, είτε το είπα είτε όχι, ανήκουν σε σας που με διαβάζατε, τους δύο τρεις φίλους. Ψάχτε καλύτερα και δείτε.

Έχω να σου πω μια ιστορία…

Γυρίζω από το σπίτι που ξενοίκιασα πριν δύο μέρες στην πόλη της ζωής μου. Την ιστορία του την ξεχνάω σαν εκείνης του Πολυτεχνείου Πάτρας, που ποτέ, και για κανένα λόγο δεν μίλησα. Και πρέπει σύντομα να ξεριζώσω τον κισσό και κάθε φύλλο απ την καρδιά μου σαν τον ρόλο του Ζαν από την ‘πείνα και τη δίψα’.
Τα έπιπλά μου ήταν η πρώτη φορά που τα αντίκρισα και δεν μου ‘λέγαν τίποτα. Τίποτα. Καμία χρηστική αξία. Ούτε το πολυμορφικό πλυντήριο, ούτε τα  ψαγμένα φωτιστικά, ούτε οι μεγάλες συστάδες των βιβλίων μου που ορθώνονταν στη βιβλιοθήκη πίσω ακριβώς από την πόρτα του σαλονιού, θέση που μόνο εγώ μπορούσα να αγαπήσω και όλοι με φωνάζανε παράλογο.

Έχω να σου πω…

Όλα τα έδωσα ή πήγαν στην ανακύκλωση. Τα ρούχα μου στους Βούλγαρους. Τα έπιπλά μου, εκτός της βιβλιοθήκης και του φούρνου που τα πήρε μια ξαδέρφη μου, πήγανε μαζί με τα βιβλία μου σε ένα νέο ζευγάρι στην Αιτωλοακαρνανία που ξεκινάει τη ζωή του. Τα μικροδιακοσμιτικά και ένα φωτιστικό σε ένα φίλο μου στην Καλλιθέα. Τον κουμπαρά δεν κρατήθηκα και τον έσπασα. Τα υπόλοιπα σκουπίδια.
Μαζί μου πήρα μια ταμπακιέρα δώρο, ένα παλίο Πάσο, θεός ξέρει ποιού έτους, τα κάδρα των παραστάσεων μου, και ένα ξεχασμένο όρντινο χειμερινής περιόδου της Έντας Γκάμπλερ σε σκηνοθεσία Β.Νικολαΐδη.

Έχω…

Πιστεύω πως τώρα, τώρα που τράβηξα την τελευταία εξαναγκασμένη μαλακία στο μπάνιο του, στο ίδιο ακριβώς σημείο που αυνανίστηκα ερχόμενος σε αυτό το σπίτι, ο κύκλος εδώ ολοκληρώνεται. Θα ξαναπάω στα ίδια μέρη και ευελπιστώ επισκέπτης.
Αυτή η δημοσίευση ίσως είναι η τελευταία από μένα. Τουλάχιστον τώρα έτσι το νιώθω. Είναι επίσης το μοναδικό κείμενο που το εμφανίζω χωρίς ούτε μια διόρθωση και χωρίς να το κοιτάξω έστω μια φορά.


Έχω να σου πω μια ιστορία αλλά είναι μεγάλη και βαριέμαι τώρα…

Με λένε Νίκο και κομμένες οι μαλακίες. Έχω πάνω μου δώδεκα ευρώ, επισήμως μέχρι το Πάσχα – ανεπισήμως μέχρι να με χαρτζιλικώσουν πάλι, μα νιώθω ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου. Πέρισσότερο και από τα 900 ευρώ δουλειάς που πρόσφατα παράτησα.




Και όλα (ασυνάρτητα και ασύνδετα όπως παλιά) σβήνουν σαν την ‘άρνηση’ του Σεφέρη: «…και σβήστηκε η γραφή»