Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

H νέα τάξη!



Στη νέα τάξη θα είσαι εντάξει, όλα στη φόρα και ευθύνη καμιά
Στη νέα τάξη αρνάκια μαντρίζεις, αδιάφορα σφυρίζεις και όλα καλά
Στη νέα τάξη όλα στην πένα, σχέδιο κανένα και χαρτιά ανοιχτά

Η νέα τάξη! Και πόσο σου πάει!
Ζωή που γυρνάει, παιδί στη φωτιά

Στη νέα τάξη οι μνήμες τσουβάλια, όνειρα χάλια και άδεια γιορτή
Στη νέα τάξη τα όσπρια χύμα, βουλιάζεις στο κύμα, δε βλέπεις ζωή
Στη νέα τάξη μπορεί και να κάτσει, μα νύχτα εντάξει δεν θα ‘ναι αυτή

Η νέα τάξη! Σε μένα δεν πάει!
Ζωή σταματάει, και σβήνω φωτιά

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Νανούρισμα (στίχος για το "Παράδοση κατ' οίκον", 13-10-2014)

Μια βάρκα έχω όνειρο
με ξύλο να τη ντύσεις
καπετανέος στον καιρό
κουπί να την τυχίσεις


Κοιμήσου αηδόνι μου
και γω φιλώ την πλάτη
σα που θα βγάζεις την ψαριά
να μη σε πιάνει μάτι


Μια βάρκα ονειρεύουμαι
να την καλαρμενίζεις
να μη σε πιάνει η Νοτιά
να την αλικοντίζεις[1]


Κοιμήσου περδικάκι μου
και γω φιλώ το στήθος
που να σαι τόσο θεριακλής
να είσαι ένας μύθος


Μια βάρκα να αρματωθείς
κι αν ο καιρός φρεσκάρει[2]
τη δύναμη σου κοίταγε
να μην στην ετουμπάρει


Καλικατσούνε[3], ύπνε μου
και γω μαλλί χαϊδεύω
τη χαίτη άφησε μακριά
στεριά να τη χαζεύω

Αν είναι και τρικάταρτη
γαλιόνι[4] μη  πιστέψεις
όποιον ακούσεις να στο πει
πολέμους θα γυρέψεις


Κοιμήσου μικρέ αητέ
και γω φιλώ τα χέρια
γιατρός ποτέ να μη στα δει
και συ ποτέ νυστέρια


Μια βάρκα έχω όνειρο
ας ειν’ και μονοξύλι[5]
ας έχει μόνο ένα κουπί
ας έχει και μαντήλι

Κοιμήσου πελαγόμορφε

και γω φιλώ το σώμα
φουρτούνες, μη καλέ μου, να μη βρει
να μην πατάει στο χώμα

Βαρκάρης έστω μη γενείς
κολούθα τη φωνή σου
εσύ, μονάχος, καπετάνευε
την όμορφη ζωή σου


Κοιμήσου τώρα στην αυγή,
αυγή να μη παντήσεις[6]
μόνο αδιέξοδα θα βρεις
και ούτε απαντήσεις


[1] κρατάω, συλλαμβάνω (από το τούρκικο alıkomak)
[2] δυναμώνει
[3] Καλικατσούνα στην Ικαρία - Ερωδιός
[4] Τρικάταρτο ισπανικό πολεμικό πλοίο
[5] Μονόξυλη – πολύ μικρή βάρκα
[6] Παντήσεις - συναντήσεις

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Το βήτα



Το χώμα κοίταξε μετά. Και σκέφτηκε αυτά που του μάθανε οι δασκάλοι του: Χαλαρό εδαφικό προϊόν, αλλούβιο καλό, του είπανε οι Γεωλόγοι. Αβιοτική μάζα προς μελέτη της σύστασής του, οι Γεωχημικοί. Ένας ολοζώντανος οργανισμός, υψηλής σύστασης θρεπτικών συστατικών, για να αναπτύξει κάθε νέο οργανισμό και να ριζώσει, είπανε οι Γεωπόνοι.

Και οι καντηλανάφτες, οι πιο ωραίοι δάσκαλοι στην πιο καλή σπουδή, για χώμα λογίζουνε  αυτό που παίρνεις, αυτό που ελπίζεις το μετά, το πιο γλυκό βιολί που παίζει.

Καμπούριασε, τόσες ορμήνιες για ένα απλό πράγμα, τόσες αλήθειες· μα πού είναι η αλήθεια. Και η βαρύτητα; Πού σταματά αυτή, λογίζεται, στο χώμα ρε δε σταματά; Τόσες πολυκατοικίες, τόσα πέτρινα γιοφύρια, στο χώμα δε θεμελιώθηκαν; Και αυτός, που κυλίστηκε; Και εκείνα τα γιατί;

Ανέβασε το πρόσωπο ψηλά, είχε πελάτες εξάλλου στη ζωή του. Κι από τα βάθη της ψυχής ανέβηκε στου νου τα ύψη, κοίταξε ψηλά, άνοιξε τη χούφτα του και άδειασε το χώμα που τον βάρυνε, τι ειρωνεία σκύλε, λιγότερη βαρύτητα, μα αν τ’ αφήσεις κάτω, το χώμα σε βαραίνει.

Ήθελε να ξαναδοκιμάσει, να το βάλει στο στόμα του, αλλά θυμήθηκε το παρελθόν.

Χώμα έφαγε  μικρός, αλμυρό τ’ άκουσε, κρατσινούσε στα δόντια του. Το έφτυσε αλλά το αισθανόταν ώρες. Μετά χώμα δεν θέλησε ξανά να φάει.

Το έφαγε όμως πάλι πιο μεγάλος. Και τώρα σκέφτεται εκείνα τα ‘βαριέμαι’ π’ άκουσε, χωρίς να τα ακούσει, ότι φοβόταν να το φάει, το είπε όμως στον καιρό του και ήταν καθαρός.


Ένα τραγούδι δεν ξέρει πώς θα πει ακόμα. Μα ο άλλος  το χώμα θα κοιτά, χωρίς να αντέχει να το δει.