Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Το βήτα



Το χώμα κοίταξε μετά. Και σκέφτηκε αυτά που του μάθανε οι δασκάλοι του: Χαλαρό εδαφικό προϊόν, αλλούβιο καλό, του είπανε οι Γεωλόγοι. Αβιοτική μάζα προς μελέτη της σύστασής του, οι Γεωχημικοί. Ένας ολοζώντανος οργανισμός, υψηλής σύστασης θρεπτικών συστατικών, για να αναπτύξει κάθε νέο οργανισμό και να ριζώσει, είπανε οι Γεωπόνοι.

Και οι καντηλανάφτες, οι πιο ωραίοι δάσκαλοι στην πιο καλή σπουδή, για χώμα λογίζουνε  αυτό που παίρνεις, αυτό που ελπίζεις το μετά, το πιο γλυκό βιολί που παίζει.

Καμπούριασε, τόσες ορμήνιες για ένα απλό πράγμα, τόσες αλήθειες· μα πού είναι η αλήθεια. Και η βαρύτητα; Πού σταματά αυτή, λογίζεται, στο χώμα ρε δε σταματά; Τόσες πολυκατοικίες, τόσα πέτρινα γιοφύρια, στο χώμα δε θεμελιώθηκαν; Και αυτός, που κυλίστηκε; Και εκείνα τα γιατί;

Ανέβασε το πρόσωπο ψηλά, είχε πελάτες εξάλλου στη ζωή του. Κι από τα βάθη της ψυχής ανέβηκε στου νου τα ύψη, κοίταξε ψηλά, άνοιξε τη χούφτα του και άδειασε το χώμα που τον βάρυνε, τι ειρωνεία σκύλε, λιγότερη βαρύτητα, μα αν τ’ αφήσεις κάτω, το χώμα σε βαραίνει.

Ήθελε να ξαναδοκιμάσει, να το βάλει στο στόμα του, αλλά θυμήθηκε το παρελθόν.

Χώμα έφαγε  μικρός, αλμυρό τ’ άκουσε, κρατσινούσε στα δόντια του. Το έφτυσε αλλά το αισθανόταν ώρες. Μετά χώμα δεν θέλησε ξανά να φάει.

Το έφαγε όμως πάλι πιο μεγάλος. Και τώρα σκέφτεται εκείνα τα ‘βαριέμαι’ π’ άκουσε, χωρίς να τα ακούσει, ότι φοβόταν να το φάει, το είπε όμως στον καιρό του και ήταν καθαρός.


Ένα τραγούδι δεν ξέρει πώς θα πει ακόμα. Μα ο άλλος  το χώμα θα κοιτά, χωρίς να αντέχει να το δει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου